Νίκος ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ
Πανεπιστήμιο Paul Sabatier Toulouse 3
smyrnaiosATgmail.com
Οικονομική συγκέντρωση και θεσμικό πλαίσιο
στην
ελληνική
ιδιωτική
τηλεόραση

Το
2005
αναδείχτηκε
ως μείζον
πολιτικό θέμα
στην Ελλάδα
ο νόμος περί
βασικού
μετόχου
και τα
συμπαρομαρτούντα
ζητήματα της
οικονομικής
συγκέντρωσης
και της
ανεξαρτησίας
των ΜΜΕ. Την
ίδια εποχή και
με αφορμή την
κάλυψη μιας
σειράς από
διεθνή
πολιτικά
ζητήματα όπως ο
πόλεμος στο
Ιράκ ή το
σχέδιο για το
Ευρωπαϊκό
Σύνταγμα σε
πολλές χώρες
αναπτύχθηκε
μία αντίστοιχη
συζήτηση
σχετικά με την
λειτουργία
των μέσων
ενημέρωσης. Το
κεντρικό
ερώτημα της
συζήτησης
αυτής είναι
το εξής : ποιές
είναι οι
συνέπειες
της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στο χώρο της
επικοινωνίας
και πως το
θεσμικό
πλαίσιο που
τα αφορά
μπορεί να
συμβάλει
στην
καλύτερη
λειτουργία
τους ; Στο
παρόν άρθρο θα
προσπαθήσουμε
να
απαντήσουμε
στο
παραπάνω
ερώτημα. Κατά
πρώτο λόγο θα
εξηγήσουμε
την έννοια της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στον χώρο των
μέσων
επικοινωνίας
διερευνώντας
τον βαθμό
ύπαρξης
της στην
Ελλάδα, αλλά
και στην
Ευρώπη, μέσα από
την
παρουσίαση
των βασικών
παραγόντων της
ιδιωτικής
τηλεόρασης.
Κατά δεύτερο
λόγο θα
εξετάσουμε
το θεσμικό
και νομικό
πλαίσιο που
διέπει την
λειτουργία
των καναλιών
όπως και το
ιστορικό
του νόμου περί
βασικού
μετόχου.
1.
Οικονομική
συγκέντρωση
και ΜΜΕ
Η
συγκέντρωση
των
μέσων
παραγωγής ήταν
και είναι ένα
κεντρικό
ζήτημα για την
πολιτική
οικονομία.
Στην
προκειμένη
όμως περίπτωση
των μέσων
επικοινωνίας
το θέμα αποκτά
ένα
ξεχωριστό
ενδιαφέρον.
Αυτό γιατί η
τηλεόραση, ο
τύπος και το
διαδίκτυο
δεν
αποτελούν
απλώς μία ακόμη
βιομηχανική
δραστηριότητα
αλλά
αναπόσπαστο
κομμάτι
αυτού που ο
γερμανός
φιλόσοφος Jürgen Habermas
αποκαλεί δημόσια σφαίρα [Habermas,
1963]. Πρόκειται
περί του
χώρου στον
οποίο
αναπτύσσεται
ο δημόσιος
διάλογος
γύρω από τα
κοινωνικά
και
πολιτικά
θέματα με βάση
την αναζήτηση
της
επίτευξης
του κοινού
συμφέροντος.
Έστω κι αν η
έννοια της
δημόσιας
σφαίρας
αποτελεί ένα
ιδεατό, η
κεντρική ιδέα
που την
διαπερνά, το
ότι δηλαδή ο
χώρος της
μαζικής
επικοινωνίας
αποτελεί τον
κατεξοχήν
τομέα
διαμόρφωσης
της κοινής
γνώμης,
αποτελεί μία
από τις
βασικότερες
αρχές της
αστικής
αντιπροσωπευτικής
δημοκρατίας.
Ως εκ
τούτου, η
οικονομική
διάρθρωση των
μέσων και η
αυξανόμενη
επιρροή ενός
μικρού
αριθμού
εκδοτών και «
καναλαρχών »
που αυτή
συνεπάγεται,
περιέχει εκ
φύσεως
πολιτικές
και βαθιές
κοινωνικές
διαστάσεις.
Συγκέντρωση του
κύκλου εργασιών
Ο
βαθμός της
συγκέντρωσης
στον τομέα της
επικοινωνίας
μπορεί να
εξετασθεί από
πολλές
πλευρές. Κατά
πρώτο λόγο
είναι δυνατό
να
αναλύσουμε
το φαινόμενο
μέσα από το
πρίσμα του
κύκλου
εργασιών ενός
συγκεκριμένου
τμήματος των
ΜΜΕ. Στην
περίπτωση
της
ιδιωτικής
τηλεόρασης ο
κύκλος
εργασιών
αφορά σχεδόν
αποκλειστικά
τα
διαφημιστικά
έσοδα. Για
τους Albarran και Dimmick,
μία
τηλεοπτική
αγορά είναι
αντικείμενο
οξείας
συγκέντρωσης
εάν οι
τέσσερις
μεγαλύτερες
εταιρείες
πραγματοποιούν
πάνω από το 50%
του κύκλου
εργασιών
δηλαδή στην
συγκεκριμένη
περίπτωση των
διαφημιστικών
εσόδων [Albarran and Dimmick,
1996]. Σύμφωνα με τα
στοιχεία της Media Services,
που
πραγματοποιεί
την μέτρηση των
διαφημιστικών
δαπανών στην
Ελλάδα, για
το 2007 οι
τέσσερις
πρώτοι
ιδιωτικοί
τηλεοπτικοί
σταθμοί
συγκεντρώνουν
84,44% του
κύκλου
εργασιών, ήτοι
795.270.000
ευρώ, δηλαδή
ποσοστό πολύ
υψηλότερο από
το
προαναφερθέν
κριτήριο[1].
Έστω
και αν η
ακριβής
εφαρμογή των
διεθνών
κριτηρίων
συγκεντρώσεως
στη ελληνική
τηλεοπτική
αγορά δεν
ενδείκνυται,
λόγω του
μικρού της
μεγέθους,
εντούτοις
μπορούμε να
συμπεράνουμε
ότι η ιδιωτική
τηλεόραση στη
χώρα είναι
εξαιρετικά
συγκεντρωμένη
από
οικονομικής
άποψης. Η ίδια
εικόνα
διαμορφώνεται
εάν λάβουμε
υπόψη τα
ποσοστά
τηλεθέασης
όπως αυτά
μετρούνται από
την εταιρία AGB Hellas.
Έτσι για την
τηλεοπτική
περίοδο 2006-2007, οι
τέσσερις
πρώτοι σταθμοί
MEGA, ANT1, ALPHA και STAR συγκέντρωσαν
κατά μέσο όρο
μερίδιο
τηλεθέασης 60,7%.
Η συγκέντρωση
είναι ακόμη
πιο αυξημένη
σε ότι αφορά
την ενημέρωση
αφού, για το 2007,
τα κεντρικά
δελτία
ειδήσεων των
τεσσάρων
είχαν μέσο
μερίδιο
τηλεθέασης
της
τάξης του 67,2%[2].
Το
ποσοστό αυτό
είναι
δυσανάλογα
υψηλό σε σχέση
με το μεγάλο
αριθμό
ιδιωτικών
τηλεοπτικών
καναλιών που
φτάνουν τα 151 σε
όλη τη χώρα, εκ
των οποίων
οκτώ
εθνικής
εμβέλειας
και πάνω από
είκοσι μόνο
στη περιοχή
της Αττικής[3].
Από τα λίγα
αυτά
στοιχεία
συμπεραίνουμε
ότι ο τομέας
της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στην Ελλάδα
είναι
αντικείμενο
υψηλής
συγκέντρωσης
σε ότι αφορά
στην
τηλεθέαση
και ακόμη
περισσότερο
στην διανομή
των
διαφημιστικών
δαπανών που
αποτελούν
και
την κύρια πηγή
εσόδων του
τομέα. Κι αυτό
σε
αντιδιαστολή
με το
φαινομενικό
πλουραλισμό
που πηγάζει
από τον μεγάλο
αριθμό των
υπαρχόντων
τηλεοπτικών
σταθμών.
Συγκέντρωση της
ιδιοκτησίας
Όμως
ο υψηλός
βαθμός
συγκέντρωσης
του
ελληνικού
επικοινωνιακού
συστήματος
επαληθεύεται
και μέσα από
το κριτήριο
της
ιδιοκτησίας
εξετάζοντας
το ποιά και
πόσα φυσικά ή
νομικά
πρόσωπα
ελέγχουν τα
μέσα
επικοινωνίας,
στην
προκειμένη
περίπτωση τα
ιδιωτικά
κανάλια
τηλεόρασης.
Οι τρεις
βασικές
διαμορφώσεις
αυτής της
μορφής
συγκέντρωσης
είναι η οριζόντια διαποίκιλση, η κάθετη ολοκλήρωση και η διαγώνια συγκέντρωση.
Στην περίπτωση
της
οριζόντιας
διαποίκιλσης
το ίδιο
φυσικό ή νομικό
πρόσωπο
διατηρεί τον
έλεγχο
περισσοτέρων
από ένα μέσων
επικοινωνίας
(εντύπου,
ραδιοφωνικού
ή τηλεοπτικού
σταθμού) τα
οποία
θεωρούνται «
υποκαταστάσιμα
» από την
οικονομική
θεωρία αφού
ικανοποιούν
ανάγκες
ενημέρωσης
και
ψυχαγωγίας.
Με άλλα λόγια
η οριζόντια
διαποίκιλση
προσφέρει την
δυνατότητα
στον
ιδιοκτήτη
διαφορετικών
μέσων να
εκμεταλλευτεί
τις
συνεργίες
που αυτά του
παρέχουν.
Πλεονεκτήματα
οριζόντιας
συγκέντρωσης
Οι
συνεργίες
αυτές
παρουσιάζονται
σε
οικονομικό
αλλά και σε
δημοσιογραφικό
επίπεδο. Στην
πρώτη περίπτωση
η κοινή
ιδιοκτησία
παραπάνω από
ενός μέσων
αποφέρει
οικονομίες
κλίμακας όσον
αφορά το
κόστος
παραγωγής
ενημερωτικού
και
ψυχαγωγικού
περιεχομένου.
Οι
οικονομίες
κλίμακας
προέρχονται
εκ της από
κοινού
χρησιμοποίησης
ανθρώπινου
δυναμικού
(τεχνικό,
διοικητικό
και
διαχειριστικό
προσωπικό)
και τεχνικών
μέσων
(συστήματα
πληροφορικής,
οπτικοακουστικό
υλικό,
μέσα
μεταφοράς
και
τηλεπικοινωνίας)
για την
λειτουργία
ραδιοφωνικών
και
τηλεοπτικών
σταθμών,
εφημερίδων
και
περιοδικών. Η
παραπάνω
διαμόρφωση
ενδυναμώνει
το
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα
των μεγάλων
συγκροτημάτων
στο χώρο της
επικοινωνίας
καθιστώντας
τα
αναπόφευκτα
ως
ισχυρότατους
παράγοντες
της
ενημέρωσης.
Παράλληλα
οι
συνεργίες
της
οριζόντιας
διαποίκιλσης
αυξάνουν
κατακόρυφα
την εμπορική
δύναμη των εν
λόγω
συγκροτημάτων.
Αυτό γιατί
έχουν την
δυνατότητα να
συνθέτουν
ελκυστικά
διαφημιστικά
πακέτα
στοχεύοντας
το κοινό των
ραδιοτηλεοπτικών
και
έντυπων μέσων
που
ελέγχουν.
Καταυτόν τον
τρόπο τα
συγκροτήματα
καθίστανται
απαραίτητα
στους
διαφημιζόμενους
οι οποίοι
αναζητούν τη
μέγιστη
προβολή των
προϊόντων και
υπηρεσιών
τους.
Ένα
ακόμη
πλεονέκτημα
οικονομικής
φύσης που
απορρέει από
την οριζόντια
συγκέντρωση
είναι
η δυνατότητα
χρησιμοποίησης
ενός μέσου
για την
διαφήμιση
άλλων, κοινής
ιδιοκτησίας.
Καταυτόν τον
τρόπο τα
ιδιωτικά
κανάλια
χρησιμοποιούνται
κατά κόρον
για την
προβολή
έντυπων μέσων
όπως οι
εφημερίδες
και τα
περιοδικά
του ίδιου
συγκροτήματος
και οι
ραδιοφωνικοί
σταθμοί
διαφημίζουν
συχνότατα τις
ανάλογες
τηλεοπτικές
εκπομπές. Το
αποτέλεσμα
είναι μία
διαδικασία αυτοτροφοδοτούμενης
ενδυνάμωσης
της
ακροαματικότητας
και της
κυκλοφορίας
που
αποτελεί
αποκλειστικό
προνόμιο ενός
μικρού
αριθμού
συγκροτημάτων.
Αυτό γιατί το
κόστος ενός
αντίστοιχου
πληρωτέου
διαφημιστικού
χώρου θα ήταν
δυσβάσταχτο
για έναν
εξωτερικό
παράγοντα
που θα
αναζητούσε
παρόμοια
προβολή.
Η
ίδια
στρατηγική
ακολουθείται
και σε ότι
αφορά άλλους
τομείς της
πολιτισμικής
βιομηχανίας,
όπως
οι
δισκογραφικές
εταιρίες και
οι
εκδοτικοί
οίκοι που
αποτελούν
ιδιοκτησία
των
εν λόγω
συγκροτημάτων
και των
οποίων τα
προϊόντα
γίνονται
γνωστά στο
ευρύ κοινό
μέσω της
τηλεοπτικής
διαφήμισης.
Ως
αποτέλεσμα
αυτής της
κατάστασης η
ζήτηση
ενημέρωσης,
ψυχαγωγίας
και
πολιτισμού
από μέρους
μιας μεγάλης
μερίδας του
κοινού
στρεβλώνεται
αφού
διαμορφώνεται
κυρίως μέσω
της
επικοινωνιακής
και
κατ’επέκταση
διαφημιστικής
δύναμης των
εκάστοτε
κυρίαρχων
συγκροτημάτων
στον
χώρο των ΜΜΕ. Ο
ρόλος της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
είναι από αυτή
την άποψη
αποφασιστικός
ως το πιο
διαδεδομένο
και
δημοφιλές
μέσο
ενημέρωσης
στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της EuroData,
οι Έλληνες
κατατάσσονται
πρώτοι το 2004
στην
Ευρωπαϊκή
Ένωση ως προς
την καθημερινή
κατανάλωση
τηλεοπτικών
προγραμμάτων
που φτάνει
τις
3 ώρες και 53
λεπτά κατά μέσο
όρο[4].
Διαφαίνεται
τότε ο
στρατηγικός
ρόλος των
καναλιών όχι
μόνο για την
ίδια τους
την
κερδοφορία
καθεαυτή
αλλά και για
την παράλληλη
προώθηση
συγγενών
επιχειρηματικών
συμφερόντων.
Δημοσιογραφικές
συνεργίες
Παραπληρωματικά
των
προαναφερθέντων
οικονομικών
πλεονεκτημάτων
που
απορρέουν από
την οριζόντια
διαποίκιλση
στον χώρο της
επικοινωνίας
εμφανίζονται
επίσης και οι
δημοσιογραφικές
συνεργίες.
Αναφερόμαστε
στην
παράλληλη
εργασία των
ίδιων
δημοσιογράφων
σε
διαφορετικά
μέσα, έντυπα
και
ηλεκτρονικά,
κοινής όμως
ιδιοκτησίας.
Καταυτόν τον
τρόπο
επιτυγχάνονται
άμεσα οφέλη
και για τα
δύο
εμπλεκόμενα
μέρη. Για τους
δημοσιογράφους
μία τέτοια
διαμόρφωση
αποτελεί πηγή
οικονομικών
εσόδων. Αυτό
γιατί
πολλαπλασιάζονται
έτσι οι
θέσεις
εργασίας
στις
οποίες
μπορούν να
έχουν
πρόσβαση. Η
αναζήτηση
πολλαπλών
θέσεων
μερικής
απασχόλησης,
οι οποίες
εξασφαλίζουν
ένα επαρκές
και τακτικό
εισόδημα,
αποτελεί
παραδοσιακό
γνώρισμα του
επαγγέλματος.
Όμως για
τους
ανεξάρτητους
δημοσιογράφους
και πολύ
περισσότερο
για τους
νέους η
κατάσταση
αυτή συνιστά
τροχοπέδη.
Συνεπώς, η
εργασία
στους
κόλπους
μιας
οριζόντια
συγκεντρωμένης
επιχείρησης
σημαίνει
αυτόματα πιο
εύκολη
πρόσβαση μίας
μερίδας
δημοσιογράφων
σε
περισσότερα
μέσα και
επομένως την
διευκόλυνση
της
επίτευξης
μιας
οικονομικά
ικανοποιητικής
επαγγελματικής
κατάστασης
για τους
ίδιους.
Παράλληλα,
η
πρόσβαση των
επαγγελματιών
δημοσιογράφων
σε πολλαπλά
μέσα
ενημέρωσης
διαφορετικής
φύσης, πολύ
περισσότερο
όταν αυτά είναι
εξαιρετικά
δημοφιλή όπως
τα ιδιωτικά
κανάλια και
οι πολιτικές
εφημερίδες
ευρείας
κυκλοφορίας,
αυξάνει
θεαματικά
αυτό που ο Julien Duval
αποκαλεί δημοσιογραφικό
κεφάλαιο [Duval,
2004]. Πρόκειται
για την
αναγνώριση
και το κύρος
που ένας
δημοσιογράφος
απολαμβάνει
από τους
συναδέλφους
του και από
το κοινό. Όσο
περισσότερο
ένας
συντάκτης ή
παρουσιαστής
έχει
πρόσβαση στη
δημόσια σφαίρα
μέσα από τις
ραδιοτηλεοπτικές
εκπομπές και
τα άρθρα
του, τόσο το
δημοσιογραφικό
του
κεφάλαιο
πολλαπλασιάζεται
και η θέση του
στην
επαγγελματική
ιεραρχία
βελτιώνεται.
Ως συνέπεια
παρατηρείται
το φαινόμενο
των
υπέρογκα
αμειβόμενων
δημοσιογράφων
« σταρ » οι
οποίοι συχνά
αποτελούν
αντικείμενο
ηχηρών
μεταγραφών. Μία
τέτοια
συγκέντρωση
των
θέσεων-κλειδιών
από τα ίδια
πρόσωπα μέσα
στο ελληνικό
επικοινωνιακό
σύστημα είναι
συσχετιζόμενη
και
παράλληλη με
την ανάπτυξη των
ιδιωτικών
ραδιοτηλεοπτικών
μέσων στη
δεκαετία
του ‘90 και τη
σύσταση
ισχυρών
συγκροτημάτων
γύρω από αυτά.
Για
τους
επιχειρηματίες
που
ελέγχουν τα
οριζόντια
συγκεντρωμένα
ΜΜΕ οι
συνεργίες
που
απορρέουν από
την πολλαπλή
προβολή ενός
μικρού
αριθμού
δημοσιογράφων
είναι
σημαντικές.
Καταρχάς, σε
ότι αφορά το
οικονομικό
σκέλος, η
αποκλειστική
τους
εργασία στα
έντυπα και
ραδιοτηλεοπτικά
μέσα των
μεγάλων
συγκροτημάτων
αποφέρει
σημαντικά
πλεονεκτήματα
ως προς την
υψηλή
ακροαματικότητα
και
κυκλοφορία
που
αυτά
επιτυγχάνουν.
Για
παράδειγμα η
τηλεθέαση
ενός
τηλεοπτικού
δελτίου όπως
αυτή
προσμετράτε
σήμερα, δηλαδή
μόνο στη βάση
ποσοτικών
κριτηρίων,
είναι ευθεία
συνάρτηση
του
παρουσιαστή
του που
προσωποποιεί
κατά κάποιο
τρόπο την
εικόνα του
εκάστοτε
σταθμού για
τον οποίο
εργάζεται. Η
τάση αυτή
παγιώνεται από
τον άκρατο
ανταγωνισμό
των καναλιών
που οδηγεί
σε αυτό που
ο Pierre Bourdieu αποκαλεί κυκλική
κυκλοφορία
της
πληροφορίας [Bourdieu,
1996]. Πρόκειται
για την κάλυψη
των
ίδιων ακριβώς
γεγονότων με
παρεμφερή
τρόπο σε
σημείο που
το μοναδικό
διαφοροποιητικό
γνώρισμα των
ενημερωτικών
εκπομπών να
είναι η
ταυτότητα και
ο
τόνος του
δημοσιογράφου-παρουσιαστή.
Έτσι τα
κανάλια
επωφελούνται
έμμεσα από το
δημοσιογραφικό
κεφάλαιο των
« σταρ » και
το κύρος που
αυτοί
προσδίδουν
στα
αντίστοιχα
προγράμματα,
στην ανάπτυξη
όμως του
οποίου τα
ίδια τα μέσα
συνέβαλλαν.
Καταυτόν τον
τρόπο η
εξάρτηση της
ελίτ των
δημοσιογράφων
ως προς
τους
εργοδότες
τους, στους
οποίους και
οφείλουν
αυτή τους την
ιδιότητα, πολλαπλασιάζεται.
Η
ταύτιση των
περισσότερο
προβαλλόμενων
δημοσιογράφων
με τα
οικονομικά
κέντρα του
επικοινωνιακού
συστήματος
ενισχύεται
κι όταν οι
ίδιοι
εξορμούν στο
επιχειρηματικό
πεδίο μέσω
της
δημιουργίας
νέων ιδιόκτητων
έντυπων ή
ραδιοτηλεοπτικών
μέσων. Αυτό
γιατί η
επιτυχία
τους
εξαρτάται από
την προβολή
που
αποκομίζουν
από τα
καθεστηκυία
μέσα
μεγάλης
ακροαματικότητας
όπως τα
ιδιωτικά
κανάλια
τηλεόρασης.
Εμφανίζεται
σε
αυτήν την
περίπτωση η
διπλή εκ των
πραγμάτων
εξάρτηση των
δημοσιογράφων-εκδοτών
από τους
τηλεοπτικούς
σταθμούς, σε
πρώτο βαθμό ως
προς τον
εργοδότη
τους και σε
δεύτερο ως
προς το μέσο
προώθησης των
ίδιων των
επιχειρηματικών
τους
συμφερόντων.
Συνεπώς
η
ανάπτυξη
οριζόντια
συγκεντρωμένων
εταιρειών
μαζικής
επικοινωνίας
αυξάνει
κατακόρυφα
την έτσι κι
αλλιώς
σημαντική
επιρροή των
ιδιοκτητών
ΜΜΕ στους
δημοσιογράφους-υπαλλήλους
τους. Όμως μία
τέτοια
διαμόρφωση
δυσχεραίνει
την
άσκηση
ελεύθερης
κριτικής από τα
μέσα και
επιβαρύνει ή
σε κάποιες
περιπτώσεις
ακυρώνει την
υγιή
λειτουργία
της δημόσιας
σφαίρας και
κατ’επέκταση
την επίτευξη
του κοινού
συμφέροντος.
Η τάση αυτή
ενδυναμώνεται
όσο τα
επιχειρηματικά
συμφέροντα
των
ιδιοκτητών
των μέσων
διακλαδώνονται
σε άλλους
τομείς της
οικονομίας,
εκτός την
επικοινωνίας,
μέσω της
διαγώνιας
συγκέντρωσης
που θα
εξετάσουμε
πιο πέρα.
Πλεονεκτήματα
κάθετης συγκέντρωσης
Παράλληλα
με την
διαδικασία
της
οριζόντιας
διαποίκιλσης
που
περιγράψαμε,
τα μεγάλα
συγκροτήματα
του
ελληνικού
επικοινωνιακού
συστήματος
ακολουθούν
μία πολιτική
κάθετης
ολοκλήρωσης.
Μέσω αυτής
στοχεύουν
στον έλεγχο
των
επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων
που
λαμβάνουν χώρα
προ και μετά
της
καθεαυτού
λειτουργίας
ενός
μέσου
ενημέρωσης
και για την
οποία είναι
απολύτως
απαραίτητες.
Οι
δραστηριότητες
αυτές αφορούν
κυρίως τις
φάσεις της
παραγωγής
και διανομής
των
ενημερωτικών
προϊόντων και
υπηρεσιών.
Στον χώρο του
τύπου η κάθετη
συγκέντρωση
εκ μέρους
ενός εκδότη
έντυπων μέσων
συνιστάται
στον
ταυτόχρονο
έλεγχο
εκτυπωτικού
βιομηχανικού
συγκροτήματος
και
πρακτορείου
διανομής
τύπου. Στον
τομέα της
ιδιωτικής
τηλεόρασης, η
ίδια
διαμόρφωση
αφορά τον
έλεγχο
εταιρειών
παραγωγής
τηλεοπτικών
εκπομπών αλλά
και υπηρεσιών
συνδρομητικής
τηλεόρασης
από
έναν ιδιοκτήτη
τηλεοπτικού
σταθμού.
Η
στρατηγική
αυτή
στοχεύει
στον έλεγχο
ολόκληρης
της
διαδικασίας
παραγωγής
και
διακίνησης
της
πληροφορίας
επιτυγχάνοντας
έτσι την
αποκόμιση
ολόκληρης
της
προστιθέμενης
αξίας
που αυτή
εμπεριέχει.
Από αυτή την
άποψη η κάθετη
ολοκλήρωση
συνιστά ένα
σημαντικό
συγκριτικό
πλεονέκτημα
των
συγκροτημάτων
επικοινωνίας
που την
υιοθετούν
έναντι
εταιρειών
μικρότερης
εμβέλειας.
Αυτό γιατί τα
κάθετα
συγκεντρωμένα
ΜΜΕ χαίρουν
ευνοϊκότερων
συνθηκών από
οικονομικής
άποψης σε ότι
αφορά την
προμήθεια
και την
διάθεση των
προϊόντων
τους.
Διαγώνια
συγκέντρωση
και
διακλάδωση
επιχειρηματικών
συμφερόντων
Όπως
προαναφέραμε,
εάν
αναλύσουμε
σχηματικά το
θέμα της
συγκέντρωσης στο
χώρο της
επικοινωνίας
υπό το
πρίσμα της
ιδιοκτησίας,
η τρίτη
διαμόρφωση
που
συναντάμε
είναι αυτή της
διαγώνιας
συγκέντρωσης.
Πρόκειται περί
της
διακλάδωσης
των
επιχειρηματικών
συμφερόντων
των
ιδιοκτητών
συγκροτημάτων
ΜΜΕ σε τομείς
που δεν
συνδέονται
με
τον ευρύτερο
χώρο της
μαζικής
επικοινωνίας
όπως η
βιομηχανία, οι
κατασκευές,
ο
τουρισμός, η
ενέργεια, οι
τραπεζικές
και
ασφαλιστικές
υπηρεσίες. Η
τάση αυτή
αναπτύσσεται
ιδιαίτερα
τις
τελευταίες
δύο
δεκαετίες
λόγω της
γενικευμένης
απορρύθμισης
των
τηλεπικοινωνιών
αλλά και των
ΜΜΕ σε
παγκόσμιο
επίπεδο. Η
απελευθέρωση
των
αγορών και η
εμφάνιση νέων
προϊόντων όπως η
κινητή
τηλεφωνία, το
διαδίκτυο
και
η
συνδρομητική
και
δορυφορική
τηλεόραση
προσέλκυσαν
μεγάλες
πολυεθνικές
βιομηχανίες
στο χώρο της
επικοινωνίας
λόγω των
αυξημένων
κερδών που
οι
δραστηριότητες
αυτές
επιφέρουν.
Χαρακτηριστικά
παραδείγματα
μια τέτοιας
μορφής
εξέλιξης
είναι η
εξαγορά των
αμερικανικών
τηλεοπτικών
δικτύων NBC και CBS
από τους
βιομηχανικούς
κολοσσούς
στο χώρο της
άμυνας και
της
πυρηνικής
ενέργειας General Electric και
Westinghouse
αντίστοιχα.
Στην Ευρώπη το
πρώτο κανάλι
της γαλλικής
τηλεόρασης TF1
είναι
ιδιοκτησία
της
πολυεθνικής
Bouygues
μιας από τις
μεγαλύτερες
κατασκευαστικές
εταιρείες
στον κόσμο. Ο Silvio Berlusconi,
πρώην
πρωθυπουργός
της Ιταλίας
και
ιδιοκτήτης
του
χρηματιστικού
πόλου Fininvest, που ελέγχει μέσω της Mediaset
τα τρία
μεγαλύτερα
τηλεοπτικά
δίκτυα
της χώρας, Canale 5, Italia 1 και Retequattro,
ξεκίνησε την
επιχειρηματική
του
δραστηριότητα
από τον τομέα
των
κατασκευών. Η
αναζήτηση
επιπρόσθετων
πόρων
εκ μέρους των
εταιρειών
μαζικής
επικοινωνίας
στην
προσπάθεια
τους να
ανταπεξέλθουν
στο νέο
ανταγωνιστικό
περιβάλλον
και η
είσοδος
τους στο
χρηματιστήριο
διευκόλυνε
τη
διαδικασία
διαγώνιας
συγκέντρωσης
και άνοιξε το
δρόμο στις
πολυεθνικές
για να πάρουν
τον έλεγχο
των πιο
προσοδοφόρων
ΜΜΕ.
Παράλληλα,
εταιρείες
προερχόμενες
από τον χώρο της
επικοινωνίας,
εκμεταλλευόμενες
την
κατακόρυφη
αύξηση των
εσόδων τους
ακολούθησαν
την αντίστροφη
πορεία
επενδύοντας
σε άλλους
παραγωγικούς
τομείς. Κατά
συνέπεια, η
διαγώνια
συγκέντρωση,
σε
συνδυασμό με
τις
προαναφερθέντες
τάσεις της
οριζόντιας
διαποίκιλσης
και της
κάθετης
ολοκλήρωσης,
εγκαθιστούν
σταδιακά τα
ΜΜΕ και την
πολιτιστική
βιομηχανία
γενικότερα
στο κέντρο
του
σύγχρονου
καπιταλιστικού
συστήματος.
Αναδεικνύεται
έτσι ο
στρατηγικός
τους ρόλος
για τη
λειτουργία
της
οικονομίας
της αγοράς
σε
εθνικό όπως
και σε
παγκόσμιο
επίπεδο.
Μία
ιδιαίτερα
προβληματική
περίπτωση
διαγώνιας
οικονομικής
συγκέντρωσης
είναι αυτή των
ομίλων
που
ελέγχουν
σημαντικής
εμβέλειας
ραδιοτηλεοπτικά
και έντυπα μέσα
όντας
ταυτόχρονα
προμηθευτές
του
δημοσίου.
Αυτό γιατί
έχουν την
δυνατότητα να
χρησιμοποιήσουν
τα ΜΜΕ που
διαθέτουν
για να
ασκήσουν
πίεση στις
εκάστοτε
κυβερνήσεις
με σκοπό να
αποσπάσουν
δημόσια
κονδύλια. Η
διαμόρφωση
αυτή είναι το
αντικείμενο
της
νομοθεσίας
περί βασικού
μετόχου που
θα
αναλύσουμε
στη συνέχεια.
Πριν όμως
εξετάσουμε
ενδελεχώς
το θεσμικό
πλαίσιο που
αφορά στον
περιορισμό
της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στο ελληνικό
επικοινωνιακό
σύστημα, θα
προσπαθήσουμε
να το
σκιαγραφήσουμε
μέσα από την
σύντομη
παρουσίαση
των βασικών
του
παραγόντων.
2.
Βασικοί
παράγοντες
της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στην Ελλάδα
Η
διαδικασία
συγκέντρωσης
της
ιδιοκτησίας
στα ΜΜΕ δεν
είναι ένα
φυσικό
φαινόμενο
αλλά το
αποτέλεσμα
μιας
γενικότερης
τάσης του
οικονομικού
συστήματος.
Τα δύο κύρια
χαρακτηριστικά
της είναι η
απορρύθμιση
της
οικονομίας
και η
αποδέσμευση
του
κράτους μέσω
των
ιδιωτικοποιήσεων.
Ένα τρίτο
χαρακτηριστικό
που πηγάζει
από τα
δύο
προηγούμενα
είναι η
μετάλλαξη
του
χρηματιστικού
συστήματος
που
επιτρέπει
την
δημιουργία
περίπλοκων
σχημάτων
ιδιοκτησίας
με τη
συμμετοχή
διεθνών
χρηματιστικών
οχημάτων
(εταιρείες offshore, holdings)
που
διαφεύγουν
των τοπικών
αρχών.
Ως
αποτέλεσμα η
βιομηχανία
της
επικοινωνίας
σε παγκόσμιο
επίπεδο
ελέγχεται από
ένα
μικρό αριθμό
συγκροτημάτων.
Στις ΗΠΑ οι
αποφάσεις της Federal Communications Commission
τη δεκαετία
του ‘90 με τις
οποίες
ήρθησαν
οι
περιορισμοί
στην
συγκέντρωση
της
ιδιοκτησίας
των μέσων
επικοινωνίας
είχαν ως
συνέπεια την
κυριαρχία
ενός
περιορισμένου
αριθμού
συγκροτημάτων
εκ των οποίων
τα έξι πρώτα με
βάση τον κύκλο
εργασιών
είναι τα εξής : Time Warner, Vivendi Universal, Viacom, Walt Disney, Clear Channel, News Corporation.
Στην Ευρώπη,
εκτός των
προαναφερθέντων,
σημαντικές
θέσεις
κατέχουν οι
γερμανικοί
όμιλοι Bertelsmann, Axel Springer και
Haim Saban (ProSiebenSat1), οι γαλλικοί Lagardère, Bouygues και Dassault, οι ιταλικοί Mediaset και Mondadori, οι βρετανικοί Pearson και Emap και οι ισπανικοί Prisa και Telefonica[5].
Όλοι οι
παραπάνω
παράγοντες
υιοθετούν
μια
στρατηγική
πολυεθνικής
συγκέντρωσης
δρώντας στο
σύνολο
σχεδόν των
δραστηριοτήτων
του
ευρύτερου
επικοινωνιακού
τομέα. Κάποιοι
από αυτούς
εμφανίζουν τα
χαρακτηριστικά
συγκροτήματος
με άμεσα
αλληλένδετη
λειτουργία,
κάποιοι
άλλοι, κυρίως
οι διαγώνια
συγκεντρωμένοι,
αποτελούν
χρηματιστικούς
πόλους των
οποίων οι
θυγατρικές
κινούνται
ανεξάρτητα.
Στην
Ελλάδα,
μέχρι τα τέλη
της
δεκαετίας
του ‘80 οι
σημαντικότεροι
παράγοντες
του τομέα της
επικοινωνίας
ήταν εκδότες
ημερήσιων
εφημερίδων.
Αυτό γιατί η
ΕΡΤ είχε το
μονοπώλιο των
ραδιοτηλεοπτικών
μέσων. Από την
άποψη του
κύκλου
εργασιών όμως
το
οικονομικό
βάρος των
εκδοτών ήταν
αμελητέο. Το 1988
δημιουργήθηκαν
οι πρώτοι
ιδιωτικοί
και
δημοτικοί
ραδιοφωνικοί
σταθμοί και
στο διάστημα
μεταξύ
Νοεμβρίου
1989 και
Ιανουαρίου 1990
εξέπεμψαν τα
πρώτα δύο
ιδιωτικά
τηλεοπτικά
κανάλια MEGA και ANT1.
Σταδιακά στη
δεκαετία
του
‘90 κι άλλοι
ιδιωτικοί
σταθμοί είδαν
το φως στην
ελληνική
αγορά όπως ο
ΣΚΑΪ,
μετέπειτα ALPHA, ο ALTER και ο STAR,
που μαζί με την
ΕΤ1 και τη
ΝΕΤ
συμπληρώνουν
τις πρώτες
θέσεις της
τηλεθέασης.
Παράλληλα την
ίδια περίοδο
η
τηλεόραση
εκθρόνισε
τον ημερήσιο
τύπο ως προς
την
οικονομική
και πολιτική
της
σημασία αφού
έγινε σε
σύντομο
διάστημα το
πιο
διαδεδομένο
μέσο
ενημέρωσης
και
ψυχαγωγίας.
Σύμφωνα με τον
Νίκο Λέανδρο,
το όλο
εγχείρημα της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στην Ελλάδα
διεξήχθη σε
καθεστώς
πλήρους
ανομίας
[Λέανδρος, 2000].
Αυτό γιατί η
απελευθέρωση
της
τηλεοπτικής
αγοράς δεν
συνοδεύτηκε
από το
ανάλογο
νομοθετικό
πλαίσιο αλλά
και τα
κατάλληλα
μέσα ελέγχου
εκ μέρους
του
κράτους.
Η
οικονομική
συγκέντρωση
των ελληνικών
ΜΜΕ έχει τις
ρίζες της σε
αυτήν ακριβώς
την περίοδο.
Μία από τις
ιδιαιτερότητες
της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στην Ελλάδα
είναι ότι ένα
μεγάλο
κομμάτι της
ελέγχεται από
συγκροτήματα
των οποίων η
πρωταρχική
δραστηριότητα
ήταν η έκδοση
ημερήσιων
εφημερίδων.
Αυτό γιατί για
πολιτικούς
λόγους οι
διαδοχικές
κυβερνήσεις
θέλησαν να
ενισχύσουν
τους φίλα
προσκείμενους
εκδότες.
Γενικότερα η
δυνατότητα
δημιουργίας
ραδιοτηλεοπτικού
σταθμού και
τα
κέρδη από την
εκπομπή
ψυχαγωγικών
και
ενημερωτικών
προγραμμάτων
εκ μέρους των
επιχειρηματιών
αποτέλεσε
αντικείμενο
συνδιαλλαγής
με την
πολιτική
εξουσία από
γέννησης της
ιδιωτικής
ραδιοφωνίας
και
τηλεόρασης
στη χώρα και
όπως θα δούμε
συνεχίζει να
είναι.
Το
2008 οι
κυριότεροι
παράγοντες
της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στην Ελλάδα
είναι ο
Δημοσιογραφικός
Οργανισμός
Λαμπράκη, η
Πήγασος
Εκδοτική
του Γιώργου
Μπόμπολα,
οι Χ.Κ.
Τεγόπουλος
Εκδόσεις (MEGA),
ο Όμιλος
Αντέννα του
Μίνου
Κυριακού (ANT1), ο Όμιλος Κοντομηνά (ALPHA), ο Όμιλος Βαρδινογιάννη (STAR), ο Όμιλος Κουρή (ALTER)
και ο Όμιλος
Αλαφούζου
(ΣΚΑΪ). Tο
σύνολο
των
προαναφερθέντων
παραγόντων
είναι
αντικείμενο
οικονομικής
συγκέντρωσης
των
τριών μορφών σε
διαφορετικό
βαθμό[6].
Δημοσιογραφικός
Οργανισμός Λαμπράκη
Η
εταιρεία,
εισηγμένη στο
Χρηματιστήριο
Αθηνών,
παραμένει υπό
τον έλεγχο
του Χρήστου
Λαμπράκη που
διαθέτει το 7,364%
του
μετοχικού
κεφαλαίου
και 33,24% των
δικαιωμάτων
ψήφου και
είχε κύκλο
εργασιών το
2007 της τάξης των
282.000.000 ευρώ. Το
συγκρότημα
είναι μέτοχος
της
εταιρείας
Τηλέτυπος (21,76%),
ιδιοκτήτριας
του
τηλεοπτικού
σταθμού MEGA,
της
Εκδοτικής
Βορείου
Ελλάδος (33,33%),
που εκδίδει
την εφημερίδα
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
και το
περιοδικό CLOSE UP,
των Ειδικών
Εκδόσεων, της
Νέας Ακτίνας (50%),
του
εκδοτικού
οίκου
Ελληνικά
Γράμματα, του
πρακτορείου
διανομής
τύπου Άργος (38,5%)
των
βιβλιοπωλείων
Παπασωτηρίου
(30%), των
εκτυπωτικών Iris ΑΕ (50%) και Multimedia
ΑΕ, της
εταιρείας
τηλεοπτικών
παραγωγών Studio ATA,
της
πλατφόρμας
συνδρομητικής
τηλεόρασης
της Multichoice Hellas,
μέσω του
Τηλέτυπου,
των
εταιρειών
παροχής
υπηρεσιών Ramnet, Phaistos Networks, Interoptics,
Eurostar, Triaina Travel, Expo Plan,
NetOnLine, Shop21.gr και
Μιχαλακοπούλου
Κτηματική
Τουριστική. Ο
ΔΟΛ εκδίδει
ΤΑ ΝΕΑ
και ΤΟ ΒΗΜΑ,
που το 2007 είχαν
αθροιστικά
μέση ημερήσια
κυκλοφορία
112.114 τευχών,
καθώς και τα
αντίστοιχα sites,
περιοδικά ( MEN,
COSMOPOLITAN, FREE, MARIE
CLAIRE, FHM, RAM, VITA, HITECH, NATIONAL GEOGRAPHIC, DISCOVERY &
SCIENCE,
TV ΖΑΠΙΝΓΚ,
ΓΑΙΟΡΑΜΑ,
ΔΙΑΚΟΠΕΣ),
αθλητική
εφημερίδα
(ΕΞΕΔΡΑ),
ξενόγλωσση
εφημερίδα (ATHENS NEWS)
και
διαδικτυακές
πύλες
όπως το in.gr και το pathfinder.gr.
Πήγασος
Εκδοτική
Η
Πήγασος
Εκδοτική,
εισηγμένη στο
Χρηματιστήριο
Αθηνών,
παραμένει υπό
τον έλεγχο
της
οικογένειας
Μπόμπολα που
διαθέτει το 75,25%
των
μετοχών και
είχε κύκλο
εργασιών για
το 2007 που
έφτασε τα 197.070.000
ευρώ. Η
εταιρεία
εκδίδει το
ΕΘΝΟΣ, με μέση
ημερήσια
κυκλοφορία
43.779 φύλλων το 2007,
την
ΗΜΕΡΗΣΙΑ, την GOAL NEWS,
τις ΝΕΕΣ
ΑΓΓΕΛΙΕΣ,
σημαντικό
αριθμό
περιοδικών
(ΙΔΑΝΙΚΟ
ΣΠΙΤΙ, ΣΙΝΕΜΑ, ELLE, MAX, CAR & DRIVER, VOYAGER, ΛΟΙΠΟΝ, TV ΖΑΠΙΝΓΚ, BAZAAR) και
τις δημοφιλείς πύλες e-go.gr και ethnosport.gr.
Στις αρχές
του 2008
αποκτήθηκε
και σημαντικό
μετοχικό
πακέτο της
εφημερίδας
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ. Ο
όμιλος είναι
μέτοχος
του
Τηλέτυπου (23,97%),
της
εκτυπωτικής
εταιρείας Iris
ΑΕ (50%), της
Εκδοτικής
Βορείου
Ελλάδος (33,3%)
της
Ν. Λιάπης
Βιβλιοδετική
ΑΕ, του
πρακτορείου
Ευρώπη (21%), της
εταιρείας
τηλεοπτικών
παραγωγών
Άνωση ΑΕ και
της Multichoice Hellas
και έχει
παρουσία
στον τομέα των
υπηρεσιών μέσω
των
θυγατρικών
Πήγασος Interactive, 3Nsold, Lexitel,
Αποστολή ΑΕ,
στην υπαίθρια
διαφήμιση μέσω
της Νarad (50%)
και στις
κατασκευές
μέσω της
Ελληνικής
Τεχνοδομικής.
Χ.Κ.
Τεγόπουλος Εκδόσεις
Η
εταιρεία,
εισηγμένη στο
χρηματιστήριο,
βρίσκεται υπό
τον έλεγχο
της
οικογένειας
Τεγόπουλου
η οποία και
κατέχει το 77,53%
του
μετοχικού
κεφαλαίου.
Παρουσίασε
κύκλο
εργασιών το 2006
περί τα 124.843.448 ευρώ.
Εκδίδει την
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
με μέση
ημερήσια
κυκλοφορία
54.735 φύλλων το 2007,
μαζί με τα
ένθετα
περιοδικά Ε-9,
Ε-ΙΣΤΟΡΙΚΑ,
ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ,
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ,
Ε-ΙΑΤΡΙΚΑ,
την
Κυριακάτικη
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
με τα ένθετα
ΕΨΙΛΟΝ και ON-OFF,
την εφημερίδα
μικρών
αγγελιών
ΧΡΥΣΗ
ΕΥΚΑΙΡΙΑ
και τους
δικτυακούς
τόπους enet.gr και xe.gr.
Η Χ.Κ.
Τεγόπουλος
είναι
μέτοχος του
Τηλέτυπου, (2,68%),
των Εκδόσεων
Δραγούνη (15%), της
Φωτοεκδοτικής
(90%), της Έψιλον
Γραφικές
Τέχνες, της
Έψιλον Νετ (50%),
του
πρακτορείου
Άργος
(24,12%), των
εταιρειών
παροχής
υπηρεσιών Mediatel (44%), Media Call Center
(20%), Έψιλον
Τελεκόμ (16%)
Έμφασις
Εκδοτική (9,4%)
και
εταιρείας
ναυπήγησης
και
επισκευής
σκαφών
αναψυχής Planatech (20%).
Όμιλος
Αντέννα
Κύριος
μέτοχος του
ομίλου, με
κύκλο
εργασιών
147.122.137 ευρώ για
το 2005, είναι η
οικογένεια
Κυριακού
που ελέγχει
μέσω
χρηματιστικών
εταιρειών (holdings)
98,5% του
μετοχικού
κεφαλαίου.
Ο όμιλος
μετέχει σε
τηλεοπτικά
κανάλια και
ραδιοφωνικούς
σταθμούς
στην Ελλάδα
και το
εξωτερικό
(ΑΝΤ1, ΑΝΤ1 SATELLITE, ANT1 PACIFIC, ANT1 GOLD, ΑΝΤ1 TV Κύπρου, NOVA TV, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV, ΑΝΤ1 FM 97,2, BANANA FM 104, ΡΥΘΜΟΣ 94,9, ΑΝΤ1 FM Κύπρου, RADIO EXPRESS).
Μέσω των
θυγατρικών
Δάφνη
Επικοινωνίες
και ΑΝΤ1 Internet,
το
συγκρότημα
εκδίδει
επίσης
περιοδικά (DIVA,
ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ
ΝΕΟΙ
ΓΟΝΕΙΣ,
ΟΙΚΙΑ ΚΑΙ
ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ,
ΜΕΤΡΟ,
ΑΣΤΡΟΛΟΓΟΣ,
ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ,
PENTHOUSΕ, ΣΟΚ, EXODOS) και δικτυακούς τόπους (antenna.gr και exodos.gr).
Ο Όμιλος
Αντέννα
ελέγχει
το
Εργαστηρίο
Ελευθέρων
Σπουδών του
ΑΝΤ1, την Νίκη
Εκδοτική,
τις
εταιρείες
παραγωγής
ραδιοτηλεοπτικού
υλικού
Επικοινωνία
ΑΕ και Ena Production, την Audiotex και τη δισκογραφική Heaven (15%
του
ελληνικού
ρεπερτορίου).
Είναι μέτοχος
της NetMed (4,2%), ιδιοκτήτριας της Multichoice Hellas, της ΕMI Music Greece και των καταστημάτων Virgin Megastores.
Κύριες
συνιστώσες
του ομίλου
Κυριακού
είναι η
εφοπλιστική
εταιρεία Athenian Sea Carriers, η χρηματιστηριακή Euroholdings Capital and Investments Corp,
η εταιρεία
λογισμικού
και
ηλεκτρονικών
συστημάτων Unibrain
και η
εταιρεία
συστημάτων
επικοινωνίας
ΑΝΤΕΛ ΑΕ.
Όμιλος
Κοντομηνά
Τον
Σεπτέμβρη του
2005 η
οικογένεια
Κοντομηνά
ήλεγχε
άμεσα πάνω από
το 50% των
μετοχών της
εταιρείας Alpha
Δορυφορική
Τηλεόραση
που
παρουσίασε
κύκλο
εργασιών 61.028.531
ευρώ για την
ίδια
χρονιά. Το
συγκρότημα
μετέχει σε
τηλεοπτικά
κανάλια και
ραδιοφωνικούς
σταθμούς
(ALPHA, CHANNEL
9, ΑΛΦΑ
98,9, ΠΑΛΜΟΣ 96,5)
στην εταιρεία
τηλεοπτικών
παραγωγών Plus Productions,
στις
Εκδόσεις
Ιλισσός, στις
εφημερίδες
Μικρές
Αγγελίες (33,3%), City
Press (75%) και Sport Day
(33%). Ο Δημήτρης
Κοντομηνάς
διαθέτει
επίσης
εταιρείες
στο χώρο των
ηλεκτρονικών
συσκευών
ήχου
και εικόνας (Panasonic-Intertech),
στις
διαφημιστικές
κατασκευές (Intervista),
στις τηλεπικοινωνίες (Cosmoline),
στις
ασφαλιστικές
υπηρεσίες (Bestline),
στην αεροπλοΐα (Interjet), στα βιολογικά προϊόντα (Green Farm)
και στα
τυχερά
παιχνίδια μέσω
της
συνεργασίας
με την William Hill Bet.
Όμιλος
Αλαφούζου
Η
οικογένεια
Αλαφούζου
με 74,9% του
κεφαλαίου
ελέγχει το
εισηγμένο
συγκρότημα
Καθημερινή
ΑΕ που
παρουσίασε
κύκλο
εργασιών 92.352.461
ευρώ το 2006. Μέσω
αυτού και
άλλων
θυγατρικών ο
όμιλος
ελέγχει το
τηλεοπτικό
κανάλι ΣΚΑΪ,
τους
ραδιοφωνικούς
σταθμούς ΣΚΑΪ
100,3, RED, ANGEL και
ΜΕΛΩΔΙΑ,
εκδίδει την
διαδικτυακές
πύλες eone.gr, skai.gr, kathimerini.gr, την αθλητική SPORT DAY, την δωρεάν εφημερίδα METROPOLIS,
την
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
με μέση
ημερήσια
κυκλοφορία
58.638
φύλλων για το
2007 και
σημαντικό
αριθμό ένθετων
περιοδικών.
Συμμετέχει
επίσης
με μικρό
ποσοστό στον
Τηλέτυπο
καθώς και
στις
εταιρείες
Δέσις ΑΕ, Maison Εκδοτική (50%), Εξερευνητής Explorer (51%) και City Servers (22,5%),
στις
εκδόσεις
Άρκτος (30%), στο
πρακτορείο
διανομής
τύπου Ευρώπη (21%)
και στα
Καταστήματα
Τύπου στο
Διεθνές
Αεροδρόμιο
ΑΕ. Ο όμιλος
διαθέτει
επιχειρήσεις
στο
εφοπλιστικό
τομέα
(Αργοναύτης),
στις
κατασκευές
(Έργων ΑΤΕ) στην
εκμετάλλευση
ακινήτων και
στις
υπηρεσίες
(Αποστολή ΑΕ)
καθώς και
συμμετοχή
στα
καταστήματα
Τύπου
Παπασωτηρίου
στο διεθνές
αεροδρομίου
Αθηνών (25%).
Όμιλος
Κουρή
Η
οικογένεια
Κουρή
ελέγχει ή
μετέχει σε
ραδιοφωνικούς
και
τηλεοπτικούς
σταθμούς (ORANGE, LOVE RADIO, REAL, MAD RADIO,
MAD TV, ALTER), εκδίδει
τις
εφημερίδες
ΑΥΡΙΑΝΗ και
ΦΙΛΑΘΛΟΣ
και είναι
μέτοχος του
πρακτορείου
διανομής
τύπου Άργος (3%).
Όμιλος
Βαρδινογιάννη
Η
οικογένεια
Βαρδινογιάννη
είναι
ιδιοκτήτρια
του
τηλεοπτικού
σταθμού STAR και
μέτοχος του MEGA.
Ελέγχει
εφημερίδες
(ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ, ESPRESSO, TRAFFIC,
ΙΣΟΤΙΜΙΑ)
και
περιοδικά,
μέσω της Daily Press Magazines
(ΜΠΟΜΠ, JOLIE, L’OFFICIEL, OLIVE, SPIDERMAN).
Επίσης, μέσω
της
στρατηγικής
συμμαχίας με
την Mondadori
συμφερόντων
Σίλβιο
Μπερλουσκόνι,
ελέγχει τις
Αττικές
Εκδόσεις
και μέσω αυτών
εκδίδει
περιοδικά (MADAME FIGARO, HARPER’S BAZAAR, MIRROR, CELEBRITY, SHAPE, GRAZIA, PLAYBOY, PC MAGAZINE,
ΤΗΛΕΘΕΑΤΗΣ,
ΤΗΛΕΡΑΜΑ)
και διατηρεί
ραδιοφωνικούς
σταθμούς (SOHO,
ΔΙΕΣΗ, ROCK FM, ATHENS RADIO DJ). Τέλος, μέσω της Audio Visual,
ο όμιλος
ελέγχει
εταιρείες
τηλεοπτικών
παραγωγών (Οn
Productions),
κινηματογραφικές
αίθουσες (Ster Cinemas),
πάρκο
ψυχαγωγίας
(Allu Fun Park) και
δραστηριοποιείται
στην αγορά
και διάθεση
κινηματογραφικών
δικαιωμάτων
καθώς και
στην
αναπαραγωγή
και διανομή
ταινιών. Είναι
επίσης
ιδιοκτήτης
ποδοσφαιρικής
ομάδας
(Παναθηναϊκός).
Ιστορικά ο
πρωταρχικός
τομέας
δραστηριότητας
του ομίλου
είναι η
ναυτιλία και
τα
πετρελαιοειδή.
3.
Θεσμικό
πλαίσιο και
οικονομική
συγκέντρωση
Η
μερική
παρουσίαση
κάποιων εκ
των κύριων
παραγόντων της
ελληνικής
τηλεόρασης
που
επιχειρήσαμε
προηγούμενα
αποδεικνύει
τον υψηλό
βαθμό
συγκέντρωσης
στο χώρο της
επικοινωνίας.
Πράγματι, μέσω
μίας τέτοιας
εξέτασης
διαπιστώνουμε
ότι τα
ελληνικά ΜΜΕ
λειτουργούν
σε ένα
επικοινωνιακό
σύστημα το
οποίο
ουσιαστικά
αποτελείται
από μία δεκάδα
χρηματιστικών
πόλων με
επιχειρηματικές
δραστηριότητες
που
διακλαδώνονται
σε όλους
σχεδόν τους
επιμέρους
τομείς της
πολιτιστικής
βιομηχανίας
αλλά και έξω από
αυτήν.
Όπως
είδαμε, οι
σχέσεις των
παραγόντων
αυτών
χαρακτηρίζονται
καταρχήν από έναν
οξύ
ανταγωνισμό
σε
συγκεκριμένους
οικονομικούς
τομείς, όπως
για
παράδειγμα τα
διαφημιστικά
έσοδα της
ιδιωτικής
τηλεόρασης,
αλλά
ταυτόχρονα από
κοινά
συμφέροντα
σε άλλους. Η
διαμόρφωση
αυτή
καταλήγει
σε
προσωρινές
συγκρούσεις
και
συμμαχίες των
οποίων οι
πρωταγωνιστές
εναλλάσσονται
χωρίς όμως να
επηρεάζονται
τα βασικά
χαρακτηριστικά
του
επικοινωνιακού
συστήματος
στο σύνολο
του, μια
διαδικασία
που ο Ben H. Bagdigian
ονομάζει «
μονόπολη των
μέσων » [Bagdigian, 2004].
Απλοποιημένο
σχήμα
διακλάδωσης
των βασικών
παραγόντων της
ιδιωτικής
τηλεόρασης

![]()
Σύμφωνα
με τη διεθνή
επιστημονική
βιβλιογραφία
η συγκέντρωση
αυτής της
μορφής οδηγεί
σχεδόν πάντοτε
σε
προβληματική
λειτουργία
της δημόσιας
σφαίρας και
ελλειμματική
ενημέρωση των
πολιτών πάνω
στα κρίσιμα
κοινωνικά
και πολιτικά
ζητήματα που
τους
αφορούν [OFM, 2005], [Barnow and alii, 1997], [Miège
et alii,
2005]. Το κεντρικό
φαινόμενο,
συσχετιζόμενο
με την οξεία
συγκέντρωση,
που
χαρακτηρίζει
και τα
ελληνικά ΜΜΕ
είναι η
αναζήτηση του
άμεσου
κέρδους ως
μοναδικού
και
αποκλειστικού
σκοπού της
λειτουργίας
τους. Σε ότι
αφορά την
τηλεόραση,
αυτό το
χαρακτηριστικό
μεταφράζεται
σε μια φρενήρη
επιδίωξη
της
τηλεθέασης η
οποία τείνει
να
αποσυνθέσει
τους
διαχωρισμούς
μεταξύ
ψυχαγωγίας
και
ενημέρωσης
των οποίων
όμως η
κοινωνική
συμβολή
είναι
εντελώς
διαφορετική.
Έτσι
παρατηρούμε
την εισβολή
απολιτικών
θεματικών στα
δελτία
ειδήσεων και
τις
ενημερωτικές
εκπομπές όπως
οι κοσμικές
συναναστροφές
«
καλλιτεχνών
», αστέρων
του
αθλητισμού
και της
τηλεόρασης.
Κατά τον ίδιο
τρόπο, στη
συντριπτική
πλειοψηφία
των
περιπτώσεων, η
ενημέρωση σε
σχέση με τα
κοινωνικά
φαινόμενα
γίνεται με
επιφανειακό
τρόπο χωρίς
αναζήτηση των
βαθύτερων
αιτιών αλλά με
οξεία
αντιπαράθεση
και καταδίκη
αποδιοπομπαίων
τράγων μέσα από
τα
τηλεοπτικά
παράθυρα.
Το
παράδοξο
φαινόμενο
που απορρέει
από αυτή την
διαμόρφωση
είναι ότι ο
σκληρός αλλά
επιφανειακός
ανταγωνισμός
για την
τηλεθέαση
δεν οδηγεί
σε
ουσιαστική
πολυφωνία
απόψεων αλλά
συντελεί
στην
τυποποίηση
των
προγραμμάτων
και εν τέλει
στην
υποβάθμιση
του
δημόσιου
διαλόγου.
Παράλληλα, η
αναζήτηση της
μεγιστοποίησης
του
άμεσου
οικονομικού
κέρδους
επιβάλλει
την
ελαχιστοποίηση
του κόστους
παραγωγής
των ειδήσεων.
Η τάση αυτή έχει
άμεσες
συνέπειες
στις
συνθήκες
εργασίας της
πλειοψηφίας
των
δημοσιογράφων
οι οποίοι
λειτουργούν
σε καθεστώς
επαγγελματικής
αβεβαιότητας.
Μία τέτοια
διαμόρφωση
τους
καθιστά
ευάλωτους
σε
εξωτερικές
παρεμβάσεις
πράγμα το
οποίο έχει
άμεσες
συνέπειες
ως προς την
ποιότητα της
ενημέρωσης
που παράγουν[7].
Τέλος, η
συγκέντρωση
της
ιδιοκτησίας
των ΜΜΕ
οριζόντιας
και κάθετης
μορφής
προσφέρει
τέτοια
οικονομικά
πλεονεκτήματα
στους
φορείς της
που καθιστά
προβληματική
την ανάδειξη
ανεξάρτητων
μέσων σε
μαζικό
επίπεδο. Έτσι
είναι
σχεδόν
αδύνατο για
ένα νέο
ραδιοφωνικό
σταθμό,
εφημερίδα ή
τηλεοπτικό
κανάλι να
επιζήσει εάν
δεν δεθεί
στο άρμα ενός
ισχυρού
παράγοντα
του
επικοινωνιακού
συστήματος.
Οι λόγοι
αυτοί είναι
που ώθησαν
τον νομοθέτη
στην Ελλάδα,
όπως και
στο
εξωτερικό, να
πάρει τα μέτρα
κατά της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στο χώρο της
επικοινωνίας
που θα
εξετάσουμε
στην συνέχεια.
Αιτιολόγηση
του
θεσμικού
πλαισίου της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
Το
θεσμικό
πλαίσιο που
αφορά στα
ραδιοτηλεοπτικά
μέσα μαζικής
επικοινωνίας
διαφοροποιείται
αισθητά από
εκείνο που
ορίζει το
πλαίσιο
λειτουργίας
του τύπου.
Αυτό γιατί,
όπως αναφέρει η
Μαρία
Κωστόπουλου,
σύμφωνα με το
ελληνικό
Σύνταγμα η
ραδιοτηλεοπτική
δραστηριότητα
αποτελεί δημόσια
υπηρεσία
με την έννοια
ότι σκοπός της
είναι η
εξυπηρέτηση
του
δημοσίου
συμφέροντος
[Κωστόπουλου,
2003]. Η αρχική
προέλευση
μιας τέτοιας
θεώρησης
πηγάζει από την
τεχνική φύση
του μέσου.
Πράγματι, εν
αντιθέσει με
τον τύπο, η
λειτουργία
των
ραδιοτηλεοπτικών
μέσων
προϋποθέτει
την
χρησιμοποίηση
των
ερτζιανών
συχνοτήτων
μετάδοσης,
ενός αγαθού
το οποίο
χαρακτηρίζεται
από σχετική
σπανιότητα.
Καταυτόν τον
τρόπο η
αναλογική
μετάδοση
ραδιοτηλεοπτικών
προγραμμάτων
αποτελεί εκ
φύσεως μία
ολιγοπωλιακή
δραστηριότητα,
ένα
χαρακτηριστικό
που σε
συνδυασμό με
το εύρος του
κοινού που
αγγίζει η
τηλεόραση
και το
ραδιόφωνο
νομιμοποιεί
το
ρυθμιστικό
ρόλο του
κράτους.
Ο
κρατικός
έλεγχος
αφορά δύο
βασικές
κατευθύνσεις :
κατά πρώτο λόγο
το
περιεχόμενο
των
προγραμμάτων
και κατά
δεύτερο
τους
κανόνες που
διέπουν την
αδειοδότηση
και
τη
λειτουργία
των
ραδιοτηλεοπτικών
σταθμών. Ως
προς τα
προγράμματα ο
κρατικός
έλεγχος που
ασκείται μέσω
του Εθνικού
Ραδιοτηλεοπτικού
Συμβουλίου
έχει ως σκοπό
την « την
εξασφάλιση
της
ποιοτικής
στάθμης των
προγραμμάτων
που
επιβάλλει η
κοινωνική
αποστολή της
ραδιοφωνίας
και της
τηλεόρασης
και η
πολιτιστική
ανάπτυξη της
Χώρας, καθώς
και το
σεβασμό της
αξίας του
ανθρώπου και
την προστασία
της παιδικής
ηλικίας και
της νεότητας »[8].
Από την
συνταγματική
αυτή διάταξη
πηγάζουν οι
περιορισμοί
σχετικά με το
περιεχόμενο
των
μεταδιδόμενων
προγραμμάτων,
παραδείγματος
χάρη σε ότι
αφορά στη
διαφήμιση, στην
ακαταλληλότητα
προγραμμάτων
για τους
ανήλικους,
στην
απαγόρευση
μετάδοσης
ρατσιστικών ή
σεξιστικών
απόψεων κ.α. Ως
προς την
αδειοδότηση
και τη
λειτουργία
των
ραδιοτηλεοπτικών
σταθμών ο
κρατικός
έλεγχος
στοχεύει
στην
« αντικειμενική
και με ίσους
όρους
μετάδοση
πληροφοριών
και
ειδήσεων,
καθώς και
προϊόντων του
λόγου και
της τέχνης »[9].
Με άλλα λόγια,
ο νομοθέτης
σκοπεύει στη
προάσπιση και
προαγωγή της
πολυφωνίας
και
κατ’επέκταση
στην υγιή και
απρόσκοπτη
λειτουργία
της δημόσιας
σφαίρας. Σε
αυτό το
πλαίσιο
εντάσσονται
και τα
νομοθετικά
μέτρα για την
αντιμετώπιση
του
φαινομένου
της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στον χώρο της
ιδιωτικής
τηλεόρασης.
Προβλέψεις
της
νομοθεσίας
για την
οικονομική
συγκέντρωση
Το
βασικό
νομοθετικό
πλαίσιο που
ρυθμίζει την
λειτουργία
της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στην
Ελλάδα
αποτελείται
από τον νόμο 2328/1995. Ο
νόμος αυτός
είναι ο πρώτος
που
λαμβάνει μέτρα
κατά της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στον
ραδιοτηλεοπτικό
τομέα στο
άρθρο 1,
παράγραφοι 9, 10
και 11. Σε ότι
αφορά την
οριζόντια
συγκέντρωση
ο ν.
2328/1995
απαγορεύει
την συμμετοχή
του ίδιου
φυσικού ή
νομικού
προσώπου σε
περισσότερες
από δύο
κατηγορίες
ΜΜΕ
(τηλεόραση,
ραδιόφωνο,
εφημερίδες)
αλλά και
την
πολυϊδιοκτησία
τηλεοπτικών
σταθμών. Τα
περιοδικά
δεν
αναφέρονται
στην
συγκεκριμένη
παράγραφο, η
οποία έχει ως
έμμεσο στόχο
την αποφυγή
της
μονόπλευρης
ενημέρωσης
του κοινού,
γιατί δεν
θεωρούνται
από τον
νομοθέτη μέσα
ενημέρωσης
αλλά
ψυχαγωγίας.
Κατά τον ίδιο
τρόπο κάθε
φυσικό ή νομικό
πρόσωπο
μπορεί να
είναι μέτοχος
σε μία μόνο
εταιρεία
που κατέχει
άδεια
ίδρυσης και
λειτουργίας
τηλεοπτικού
σταθμού. Για
τον έλεγχο
των παραπάνω
διατάξεων ο
νομοθέτης
έχει
προβλέψει την
ονομαστικοποίηση
των μετοχών των
τηλεοπτικών
σταθμών.
Όμως
η
συγκεκριμένη
νομοθεσία
ψηφίστηκε στα
μέσα της
δεκαετίας
του ’90, μία
εποχή κατά την
οποία η
πολυπλοκότητα
και η
παγκοσμιοποίηση
του
χρηματιστικού
συστήματος
δεν είχε
φτάσει στα
σημερινά
επίπεδα. Όπως
είδαμε
στην
παρουσίαση
κάποιων από
τους
κύριους
παράγοντες
του
ελληνικού
επικοινωνιακού
συστήματος,
σήμερα η
συναρμολόγηση
περίπλοκων
χρηματιστικών
οχημάτων
επιτρέπει την
παράκαμψη των
προαναφερθέντων
περιορισμών.
Αυτό γιατί
είναι
δύσκολος
έως αδύνατος
ο πλήρης
έλεγχος της
σύνθεσης
του
μετοχικού
κεφαλαίου
μιας
εταιρείας
όταν σε αυτή
συμμετέχουν holdings
και
υπεράκτιες
εταιρείες. Ο
έλεγχος
καθίσταται
ακόμη πιο
δύσκολος
όταν
υπεύθυνος
για αυτόν
είναι ένας
οργανισμός
με
περιορισμένα
μέσα και
έλλειψη
εξειδικευμένου
προσωπικού
στον
χρηματοπιστωτικό
τομέα όπως το
Εθνικό
Ραδιοτηλεοπτικό
Συμβούλιο.
Έτσι, σύμφωνα
με πρώην μέλος
του, στην
Ελλάδα ήδη από
τις αρχές της
τρέχουσας
δεκαετίας
υπάρχουν
αρκετές
περιπτώσεις
οριζόντιας
συγκέντρωσης
στο χώρο των
ΜΜΕ που
αντίκεινται
στο ισχύον
νομοθετικό
πλαίσιο[10].
Ο
συγκεκριμένος
νόμος
προβλέπει
επίσης ότι
κάθε μέτοχος
εταιρείας
που κατέχει
άδεια
τηλεοπτικού
σταθμού
μπορεί να
συμμετέχει
στο
κεφάλαιο
αυτής σε
ποσοστό μέχρι 25%.
Η
πρόβλεψη αυτή
επεκτείνει
την
απαγόρευση
στα
συγγενικά
πρόσωπα των
μετόχων μέχρι
και τέταρτου
βαθμού εάν τα
τελευταία
δεν μπορούν να
αποδείξουν
την
οικονομική
τους
αυτοτέλεια.
Ο σκοπός
αυτής της
διάταξης είναι
η αποφυγή
του πλήρους
ελέγχου ενός
τηλεοπτικού
σταθμού από ένα
και μόνο
φυσικό
πρόσωπο το
οποίο και
θα μπορεί να
διαμορφώνει
αποκλειστικά
την
δημοσιογραφική
του γραμμή. Η
ύπαρξη
περισσότερων
από έναν βασικών
μετόχων
θεωρείται από
τον νομοθέτη
ως εχέγγυο
για
την διατήρηση
της
πολυφωνίας
στο
εσωτερικό
μιας τέτοιας
επιχείρησης
αφού
προϋποθέτει
την ισορρόπηση
των
συμφερόντων
των
ιδιοκτητών
της. Εν
τούτοις, εάν
λάβουμε υπόψη
μας τη
μετοχική
σύνθεση των
κυριότερων
ιδιωτικών
καναλιών της
χώρας
συμπεραίνουμε
ότι όλα, εκτός
του MEGA,
ανήκουν σε
χρηματιστικούς
πόλους οι
οποίοι με τη
σειρά τους
βρίσκονται
υπό τον πλήρη
έλεγχο ενός
φυσικού
προσώπου ή
οικογένειας.
Κατά συνέπεια,
η διαμόρφωση
αυτή
αποτελεί
καταστρατήγηση
του
ισχύοντος
θεσμικού
πλαισίου
και
αντιτίθεται
ευθέως στο
πνεύμα του ν. 2328/1995.
Σε
ότι αφορά την
κάθετη
συγκέντρωση,
το άρθρο 10
παράγραφος 4
του 2328/1995
προέβλεπε ότι
η
ιδιότητα του
παραγωγού
οπτικοακουστικών
έργων ήταν
ασυμβίβαστη
μεταξύ άλλων
με
αυτή του
ιδιοκτήτη ή
μετόχου
ιδιωτικού
τηλεοπτικού
σταθμού. Η
διάταξη αυτή
στόχευε στον
διαχωρισμό
της
παραγωγής από
τη μετάδοση
τηλεοπτικών
προγραμμάτων
για την
αποφυγή της
αποκλειστικής
προμήθειας
εκπομπών εκ
μέρους ενός
καναλιού
από εταιρεία
παραγωγής
δικής του
ιδιοκτησίας.
Βέβαια, όπως
είδαμε
νωρίτερα,
αυτή η
διαμόρφωση
ήταν και είναι
ευρέως
διαδεδομένη
αφού όλοι οι
ιδιοκτήτες
τηλεοπτικών
σταθμών
διαθέτουν
εδώ και
αρκετά χρόνια
εταιρείες
τηλεοπτικών
παραγωγών. Ως
εκ τούτου,
μέχρι και τον
Ιούλιο του 2003
οι
προαναφερθέντες
τηλεοπτικοί
παράγοντες
παραβίαζαν το
ισχύον
νομοθετικό
πλαίσιο. Η
παραβίαση
αυτή έπαψε να
υπάρχει όταν
ψηφίστηκε ο ν.
3166/2003 ο οποίος
και απέλειψε
την
παραπάνω
διάταξη με την
παράγραφο 4
του άρθρου 22.
Το
ασυμβίβαστο
αντικαταστάθηκε
με την
προβλεπόμενη
από το ισχύον
δίκαιο της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης
υποχρέωση
ανάθεσης
παραγωγής
τμήματος του
μεταδιδόμενου
προγράμματος
των
τηλεοπτικών
σταθμών σε
ανεξάρτητες
εταιρείες
παραγωγής. Η
ρύθμιση αυτή
αποτελεί
σαφή
χαλάρωση των
περιορισμών
που
προβλέφθηκαν
από τον
νομοθέτη περί
κάθετης
συγκέντρωσης
στο χώρο της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
αλλά που έτσι
κι αλλιώς
δεν
τηρήθηκαν ποτέ.
Τέλος
ο ν.
2328/1995 προβλέπει
επίσης
περιορισμούς
όσον αφορά την
διαγώνια
συγκέντρωση
αφού στην
παράγραφο 11
του άρθρου 1
αναφέρεται
ρητά το
ασυμβίβαστο
μεταξύ της
ιδιότητας
του μετόχου
εταιρείας
που κατέχει
άδεια
τηλεοπτικού
σταθμού και
αυτής
του μετόχου
εταιρείας
που
αναλαμβάνει
έργα ή
προμήθειες
από μέρους
του
Δημοσίου. Η
διάταξη αυτή
αποτελεί
και την απαρχή
μιας σειράς
νομοθετημάτων
περί
βασικού
μετόχου που
θα
εξετάσουμε
στη συνέχεια.
Το
χρονικό της
νομοθεσίας
περί βασικού
μετόχου
Η
διάταξη του ν.
2328/1995 σχετικά με
το
ασυμβίβαστο
προμηθευτή
του
δημοσίου
και μετόχου
τηλεοπτικού
σταθμού
στοχεύει
στην
προστασία
του
δημοσίου
συμφέροντος
από τη
χρήση αθέμιτων
μέσων για την
εξασφάλιση
κρατικών
κονδυλίων. Η
βασική ιδέα
που
την διαπερνά
είναι ότι οι
οικονομικοί
παράγοντες
της
τηλεόρασης
που
δραστηριοποιούνται
και σε
άλλους
τομείς μέσω
της
διαγώνιας
συγκέντρωσης
έχουν
την δυνατότητα
να
χρησιμοποιήσουν
τα μέσα
ενημέρωσης
που
ελέγχουν
για να
ασκήσουν
πίεση προς την
πολιτική
εξουσία ώστε
να επιτύχουν
ευνοϊκή
μεταχείριση
των
εταιρειών
τους. Στην
συνταγματική
αναθεώρηση
του 2001 η διάταξη
αυτή
προστέθηκε
στο Σύνταγμα
της χώρας και
ψηφίστηκε και
από τα δύο
μεγάλα
κόμματα
εξουσίας
ΠΑΣΟΚ και Νέα
Δημοκρατία
καθώς και από
τον
Συνασπισμό[11].
Η
ομοφωνία αυτή
βρίσκει την
εξήγηση της
σε τρία
χαρακτηριστικά
της
ελληνικής
κοινωνίας τα
οποία
εμμέσως ή
αμέσως
αναγνωρίστηκαν
ως πραγματικά
από το
νομοθετικό
σώμα της
Βουλής.
Πρώτον, μία μακρά
περίοδος
δικομματικής
διακυβέρνησης
που
δημιούργησε
τις
προϋποθέσεις
συνδιαλλαγής
μεταξύ της
πολιτικής
εξουσίας
και των
βασικών
παραγόντων
του
επικοινωνιακού
συστήματος.
Δεύτερον, μια
ανισομερή
οικονομική
ανάπτυξη της
χώρας στην
οποία το
κράτος
αποτελεί
και τον κύριο
κάτοχο και
επενδυτή
σημαντικών
κεφαλαίων
μέσω των
δημόσιων έργων.
Η τάση αυτή
οξύνθηκε
αισθητά μετά
την ανάληψη των
Ολυμπιακών
Αγώνων του 2004
από την πόλη της
Αθήνας
και την
υποχρέωση
εκτέλεσης
σημαντικών
κατασκευαστικών
έργων σε
σύντομο
χρονικό
διάστημα.
Τρίτον, το
καθεστώς
ανομίας μέσα
στο οποίο
έγινε η
απορρύθμιση
της
τηλεοπτικής
συνιστώσας
του
επικοινωνιακού
συστήματος,
που επέτρεψε
τη
χειραγώγηση
των μέσων για
αλλότριους
σκοπούς, και
το οποίο
διαιωνίζεται[12].
Ο
συνδυασμός
των
χαρακτηριστικών
αυτών
οδήγησε
τους
Έλληνες
βουλευτές
στην
ψήφιση της
συνταγματικής
αυτής
διάταξης η
οποία και
αποτελεί
μέρος του
άρθρου
14 περί
ελευθερίας
του τύπου. Το
στοιχείο
αυτό είναι
σημαντικό αφού
το
ασυμβίβαστο
φαίνεται να
στοχεύει
πρωτίστως στην
υγιή
λειτουργία
των μέσων
ενημέρωσης
και
κατ’επέκταση
της δημόσιας
σφαίρας και
δευτερευόντως
στην
αναδιάρθρωση
του
συστήματος
ανάθεσης των
δημοσίων έργων.
Η
συγκεκριμένη
συνταγματική
διάταξη
εισάγει δύο
έννοιες οι
οποίες δεν
υπήρχαν σε
αυτή τη μορφή
στον ν. 2328/1995,
αυτές του βασικού
μετόχου και του παρένθετου προσώπου.
Η πρώτη αφορά
τους
μετόχους,
που χωρίς να
διαθέτουν την
πλειοψηφία
του
κεφαλαίου,
μπορούν να
ασκούν
επιρροή στην
στρατηγική
μίας
επιχείρησης
και η
δεύτερη
τους
πλασματικούς
μετόχους
που
ουσιαστικά
ελέγχονται
από τρίτους
αφού
δεν
διαθέτουν
οικονομική
αυτονομία. Ο
ακριβής
καθορισμός
των εννοιών
αυτών
αφέθηκε για
αργότερα. Έτσι
η πρώτη
νομοθετική
εφαρμογή της
συνταγματικής
διάταξης περί
βασικού
μετόχου έγινε
από την
κυβέρνηση
Σημίτη το 2002 μέσω
του
εκτελεστικού
νόμου 3021/2002. Εκεί
αποφασίστηκε
η υποχρέωση
παρουσίασης
πιστοποιητικού
διαφάνειας
από το ΕΡΣ για
κάθε
εταιρεία
που
συμμετέχει
σε
διαγωνισμούς
για δημόσια
έργα άνω των 250.000
ευρώ. Ο
βασικός
μέτοχος
καθορίστηκε
ως το φυσικό ή
νομικό πρόσωπο
που κατέχει
το λιγότερο 5%
του
κεφαλαίου
μιας
εταιρείας.
Επίσης δόθηκε
η δυνατότητα
έκδοσης
πιστοποιητικού
διαφάνειας
σε πρόσωπα
του
συγγενικού
κύκλου
βασικού
μετόχου
τηλεοπτικού
σταθμού
που όμως
μπορούν να
αποδείξουν
την
οικονομική
τους
αυτοτέλεια
την οποία και
θα
ήλεγχε το
ΕΡΣ. Τον
Απρίλιο του 2003
η ελληνική
κυβέρνηση
δέχτηκε την
πρώτη
επιστολή από
τις
υπηρεσίες
της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής
κατά την οποία
οι
τελευταίες
εξέφραζαν την
ανησυχία
τους
σχετικά με την
συμβατότητα
του νόμου με
το ευρωπαϊκό
δίκαιο περί
προστασίας
της
ελεύθερης
επιχειρηματικής
δραστηριότητας.
Ακολούθησε
ανταλλαγή
επιστολών
κατά την οποία
η ελληνική
κυβέρνηση
διαβεβαίωνε
τον Επίτροπο
για θέματα
ανταγωνισμού Bolkestein[13]
ότι ο ν. 3021 ήταν
προσωρινός
και ότι σύντομα
θα υπήρχε
εναρμόνιση με
την κοινοτική
νομοθεσία.
Η
νίκη της Νέας
Δημοκρατίας
στις
εκλογές
του 2004 άλλαξε
αυτό το
σχεδιασμό
αφού η «μάχη
κατά
της
διαπλοκής»
ήταν
προεκλογική
της υπόσχεση.
Έτσι ο ν. 3310 που
ήρθε προς
ψήφιση στο
κοινοβούλιο
τον
Ιανουάριο
του 2005 ήταν
καταρχήν πιο
αυστηρός από
τον
προηγούμενο.
Το ποσοστό
του βασικού
μετόχου
κατέβηκε στο
1% και το
ασυμβίβαστο
επεκτάθηκε
αυτόματα σε
όλα τα
συγγενικά
πρόσωπα αυτού
αλλά και τα
ιδρύματα.
Παράλληλα,
όμως το ποσό
των δημοσίων
αναθέσεων
που απαιτούν
πιστοποιητικό
διαφάνειας
ανέβηκε στο 1.000.000
ευρώ. Η εξέλιξη
αυτή
αφαίρεσε
ουσιαστικά
από το πεδίο
εφαρμογής
του νόμου
όλους τους
διαγωνισμούς
που αφορούν
προμήθειες
κάτω του ενός
εκατομμυρίου
ευρώ. Έτσι η
συγκεκριμένη
διάταξη
φωτογράφιζε
κατά κάποιο
τρόπο τον τομέα
των
κατασκευών
στον οποίο
δραστηριοποιείται
μαζικά μόνο ο
χρηματιστικός
πόλος
Μπόμπολα.
Παράλληλα η
δανειοδότηση,
η οποία
και συνιστά
σημαντικό
φορέα
οικονομικής
εξάρτησης, δεν
έχει
συμπεριληφθεί
στην
διάταξη ούτως
ώστε το
ασυμβίβαστο
να μην αφορά την
έμμεση
χρηματοδότηση
ΜΜΕ εκ
μέρους
τραπεζών
συσχετιζόμενων
με το Δημόσιο.
Η ψήφιση του
νέου νόμου
δεν είχε
λοιπόν
άμεσα
αποτελέσματα
ως προς την
οικονομική
διάρθρωση των
μέσων στη χώρα
παρά
μόνο την
ατελέσφορη
προσπάθεια
του
προαναφερθέντος
επιχειρηματία
να πουλήσει
την Πήγασος
Εκδοτική
στον Θόδωρο
Αγγελόπουλο[14].
Τελικά η μόνη
συνέπεια του
νόμου ήταν η
προσωρινή
εκχώρηση
μετοχών της
ΕΛΤΕΧ
από τον
Λεωνίδα
Μπόμπολα
στους
άλλους
βασικούς
μετόχους της
εταιρείας.
Πάραυτα ο νέος Επίτροπος
για θέματα ανταγωνισμού Charles McCreevyαπέστειλε
προειδοποιητική
επιστολή στην
ελληνική
κυβέρνηση
ζητώντας την
άμεση
τροποποίηση
του νόμου περί
βασικού
μετόχου. Από την
επιστολή
αυτή που
δημοσιεύτηκε
στον
ελληνικό τύπο
και η οποία
ανακεφαλαιώνει
την
επιχειρηματολογία
των δύο
πλευρών
συμπεραίνουμε
τις θέσεις
της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής
και της
ελληνικής
κυβέρνησης
αντίστοιχα[15].
Σύμφωνα με τις
υπηρεσίες
του
Επίτροπου McCreevy
ο ν. 3310/2005
αντίκειται
σε βασικές
αρχές της
κοινής
αγοράς, αυτές
της
ελεύθερης
επιχειρηματικής
δραστηριότητας
και
της
ελεύθερης
διακίνησης
του
κεφαλαίου
και για αυτό
πρέπει να
τροποποιηθεί.
Συνεπώς, η
διασφάλιση
της υγιούς
λειτουργίας
της δημόσιας
σφαίρας και,
κατ’επέκταση,
η προστασία
της
πολυφωνίας
που
επικαλείται
η ελληνική
κυβέρνηση,
η οποία και
αποτελεί
δημόσιο αγαθό,
θεωρείται
ως
υποδεέστερος
στόχος από την
απρόσκοπτη
οικονομική
δραστηριότητα
μολονότι η
τελευταία
αφορά κατά
κύριο λόγο
συμφέροντα
ιδιωτών.
Έστω
και αν η
συνταγματική
διάταξη από την
οποία και
πηγάζει ο εν
λόγω
εκτελεστικός
νόμος
αναφέρεται
ρητά στη
ελευθερία
του τύπου, η
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
θεωρεί ότι το
ζήτημα αφορά
αποκλειστικά
τον
Επίτροπο για
θέματα
ανταγωνισμού
και όχι την
Επίτροπο
υπεύθυνη για
θέματα
επικοινωνίας
και
πολιτισμού. Η ερμηνεία
αυτή έχει
σημαντικές
συνέπειες
αναφορικά με
τον χειρισμό
του θέματος.
Αυτό
γιατί τα θέματα
ανταγωνισμού
συνιστούν τον
κατεξοχήν
τομέα ευθύνης
της ΕΕ και
ως εκ τούτου
το
πρωτογενές
και
δευτερογενές
ευρωπαϊκό
δίκαιο
υπερτερεί
του
εθνικού το
οποίο και
πρέπει να
εναρμονιστεί
με το πρώτο. Από
την άλλη, όλες
οι
σχετικές
αποφάσεις
αφήνουν την
ευθύνη του
θεσμικού
πλαισίου
λειτουργίας
των ΜΜΕ
στις
κυβερνήσεις
των χωρών μελών
των οποίων η
νομοθεσία
υπακούει
στις εθνικές
ιδιαιτερότητες[16].
Η
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή κάνει
καταυτό τον
τρόπο μία
επιλεκτική
ερμηνεία του
προβλήματος
θεωρώντας ως
πιο σημαντική
του διάσταση
τους
περιορισμούς
που ο
νόμος
επιβάλλει
στην
επιχειρηματική
δραστηριότητα
και όχι τα
αναμενόμενα
αποτελέσματα
από αυτούς
για την
λειτουργία
των ΜΜΕ στην
χώρα. Τέλος, οι
αρμόδιες
υπηρεσίες
της ΕΕ
υιοθετούν
μία
τεχνοκρατική
προσέγγιση
αφού δεν
δέχονται
ότι υπάρχει
άμεση σχέση
μεταξύ της
ιδιοκτησίας
ενός μέσου
ενημέρωσης
και της
δημοσιογραφικής
του γραμμής. Με
άλλα
λόγια,
θεωρούν ότι
δεν μπορεί να
υπάρξει
χειραγώγηση
ενός μέσου
και μάλιστα
από
μετόχους
που δεν
διαθέτουν την
απόλυτη
πλειοψηφία
του
κεφαλαίου
αφού η
δημοσιογραφική
δεοντολογία
το
απαγορεύει.
Από
την πλευρά της,
η κυβέρνηση
Καραμανλή
υποστήριξε
στην
αλληλογραφία
με την ΕΕ ότι ο
ν.3310 αποσκοπεί
στην
υπεράσπιση
του
δημοσίου
συμφέροντος
και ότι τα
λαμβανόμενα
μέτρα είναι
κατάλληλα
και ανάλογα
του
επιδιωκόμενου
σκοπού.
Ωστόσο, η
επιχειρηματολογία
αναφέρει ρητά
ότι η
νομοθεσία
αφορά κατά
κύριο λόγο
τις
ελληνικές
επιχειρήσεις
αφού μόνο οι
τελευταίες
θεωρούνται
ικανές να
καταχραστούν
την επιρροή
στα μέσα
ιδιοκτησίας
τους για να
αποκτήσουν
δημόσιες
συμβάσεις.
Καταυτό τον
τρόπο
εξασφαλίζεται
ένας πιο
αποτελεσματικός
ανταγωνισμός
προς όφελος
των
αλλοδαπών
επιχειρήσεων
σε σχέση με
τις
ελληνικές
διασυνδεόμενες
με ΜΜΕ
εταιρείες.
Διαφαίνεται
από αυτήν την
επιχειρηματολογία
ότι σκοπός της
νομοθετικής
ρύθμισης δεν
ήταν τόσο η
περιφρούρηση
του τομέα της
μαζικής
επικοινωνίας
με σκοπό την
υγιή του
λειτουργία,
αλλά,
πρωτίστως, η
αναδιάρθρωση
του
οικονομικού
συστήματος
μέσω της
διευκόλυνσης
της
δραστηριοποίησης
πολυεθνικών
συγκροτημάτων
στην ελληνική
αγορά με
παράλληλη
εξασθένιση μη
φίλα
προσκείμενων
προς την
κυβέρνηση
οικονομικών
παραγόντων.
Συμπεραίνουμε
λοιπόν ότι τα
μέτρα που
ελήφθησαν
δεν θέτουν
σε
αμφισβήτηση
καθεαυτή
την
οικονομική
συγκέντρωση
στον χώρο της
τηλεόρασης
ούτε τις
συνέπειες
του
άκρατου
ανταγωνισμού
στο πεδίο
αυτό παρά
σκοπεύουν
μόνο στην
αναπροσαρμογή
της
ισορροπίας
δυνάμεων
μεταξύ
πολιτικής
και
οικονομικής
εξουσίας.
Έτσι,
μολονότι η
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
εξεδήλωσε
καθαρά την
δυσφορία της
όχι μόνο για τον
εκτελεστικό
νόμο 3310/2005 αλλά
σαφώς και για
το άρθρο 14 του
Συντάγματος
και
παρ όλες τις
δηλώσεις της
ελληνικής
κυβέρνησης
περί
προστασίας
αυτού, μία νέα
τροποποίηση
του νόμου
ψηφίστηκε με
τη
διαδικασία
του
κατεπειγόντως
από τη
Βουλή, τον
Νοέμβριο του
2005. Με την
τροποποίηση
αυτή δεν
υφίσταται
πλέον
τεκμήριο
ασυμβίβαστου
λόγω της
ιδιότητας
του βασικού
μετόχου, αλλά
αυτό θα
πρέπει να
αποδεικνύεται
σε κάθε
περίπτωση από
το ΕΡΣ. Με τη
διάταξη αυτή,
που
καθιστά
ανενεργή την
ουσία του
σχετικού
συνταγματικού
άρθρου,
κλείνει ο
κύκλος
μιας
προσπάθειας
καταπολέμησης
των αρνητικών
συνεπειών
της
διαγώνιας
συγκέντρωσης
των ΜΜΕ για το
πολιτικό
σύστημα. Η
συνταγματική
αναθεώρηση
που
ανακοινώθηκε
από την
κυβέρνηση τον
Ιανουάριο
του 2006
αναμένεται να
τροποποιήσει
προς την ίδια
κατεύθυνση
και την
παράγραφο 9
του άρθρου 14
του
Συντάγματος.
4.
Συμπεράσματα
Μέσα
από την
ανάλυση του
φαινομένου
της
οικονομικής
συγκέντρωσης
στο χώρο των
μέσων
ενημέρωσης
και,
ειδικότερα,
σε αυτόν της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
προσπαθήσαμε
να
αναδείξουμε
τους
κινδύνους
που αυτό
υποθάλπει
για την υγιή
λειτουργία
της
δημόσιας
σφαίρας και
κατ’επέκταση
της
δημοκρατίας
στη χώρα. Αυτό
γιατί η
συγκέντρωση
της
ιδιοκτησίας
και του
κύκλου
εργασιών, η
οποία είναι
και η λογική
συνέπεια της
γενικότερης
λειτουργίας
του
οικονομικού
συστήματος,
περιορίζει
αισθητά
το φάσμα των
απόψεων που
έχουν την
δυνατότητα να
φτάσουν μέχρι
το ευρύ κοινό
και άρα να
συμμετέχουν
επί ίσοις
όροις στο
δημόσιο
διάλογο
αναφορικά με
τα
ζητήματα
κοινωνικοπολιτικού
ενδιαφέροντος.
Η παρουσίαση
κάποιων από
τους
βασικούς
παράγοντες
του
ελληνικού
επικοινωνιακού
συστήματος
που
επιχειρήσαμε
ανέδειξε
γλαφυρά και
την έκταση του
φαινομένου.
Τέλος, η
αναδρομή στο
θεσμικό
πλαίσιο που
αφορά στη
συγκέντρωση
των ΜΜΕ
εξέθεσε την
πολυπλοκότητα
του θέματος
για τον
νομοθέτη και
κυρίως τις
δυσκολίες
σε ότι αφορά
τον έλεγχο
της τήρησης
του
πλαισίου
αυτού.
Οι
δυσκολίες
αυτές και η
εκ των
πραγμάτων
προβληματική
κατάσταση της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
στη χώρα ώθησαν
την ελληνική
κυβέρνηση, διά
του
υπουργού
Επικρατείας,
υπεύθυνου
για θέματα
τύπου,
Θόδωρου
Ρουσόπουλου,
να προχωρήσει
στην έναρξη
διαλόγου
σχετικά με τη
συγκέντρωση
και
αδειοδότηση
των ΜΜΕ στη
βάση
συγκεκριμένων
προτάσεων. Οι
προτάσεις
αυτές
κινούνται
προς την
κατεύθυνση
μίας σαφούς
χαλάρωσης
του
ισχύοντος
θεσμικού
πλαισίου το
οποίο όμως
και δεν
τηρήθηκε ποτέ
πλήρως. Έτσι,
πρόθεση της
Πολιτείας
φαίνεται να
είναι η
νομιμοποίηση
του
τρέχοντος status quo
μέσω της
κατάργησης
των
σημαντικότερων
περιορισμών
όσον αφορά την
συγκέντρωση
της
ιδιοκτησίας[17].
Σύμφωνα με τον
υπουργό
Επικρατείας
« η πρόταση αυτή
βασίζεται
στην ανάγκη,
αφενός
σεβασμού της
συνταγματικής
διάταξης και
αφετέρου
στην αποφυγή
άσκοπων
περιορισμών,
που και την
επιχειρηματικότητα
θα εμπόδιζαν
και η
εφαρμογή
τους θα
ήταν ανέφικτη »[18].
Τα
τρία κύρια
επιχειρήματα
της πρότασης
αυτής είναι η
αναγκαιότητα
αντικατάστασης
του
κριτηρίου της
ιδιοκτησίας
από αυτό της «
δεσπόζουσας
θέσης », η
εναρμόνιση
του
ελληνικού
πλαισίου με
τα διεθνή
πρότυπα των
χωρών της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης και η
προσαρμογή
στις
τεχνολογικές
εξελίξεις. Η
έννοια της
δεσπόζουσας
θέσης είναι
προϊόν
του δικαίου
περί
ανταγωνισμού
και αφορά το
σύνολο της
οικονομίας.
Νοείται ως η
δυνατότητα
μιας
επιχείρησης
να ασκεί
έλεγχο σε μία
συγκεκριμένη
αγορά
περιορίζοντας
καταυτό τον
τρόπο τον
ανταγωνισμό.
Αντίθετα με
τους
περιορισμούς
στην
ιδιοκτησία,
οι οποίοι
και ισχύουν
κατ’εξαίρεση
στον χώρο των
μέσων
ενημέρωσης
λόγω της
ιδιαίτερης
φύσης του, η
εφαρμογή της
αρχής της
δεσπόζουσας
θέσης
εξισώνει τον
τομέα αυτό με
τις
υπόλοιπες
αγορές και
συνεπώς
ουσιαστικά
ακυρώνει την
ιδιαιτερότητα
αυτή.
Εκτός
των
δυσκολιών
ακριβούς
καθορισμού
της
δεσπόζουσας
θέσης λόγω της
πολυπλοκότητας
του
επικοινωνιακού
συστήματος
που
εξετάσαμε
προηγουμένως,
το όριο του 30%
της
τηλεθέασης ή
του κύκλου
εργασιών που
προτείνεται
ως βασικό
κριτήριο
θεσμοθετεί
ακριβώς την
οξεία
οικονομική
συγκέντρωση.
Αυτό, γιατί
οδηγεί
μεσοπρόθεσμα
στον
έλεγχο της
ιδιωτικής
τηλεόρασης
της χώρας από
τρεις
χρηματιστικούς
πόλους οι
οποίοι και
θα ελέγχουν
το 90% της
αγοράς, μία
διαμόρφωση
που θα
αποτελούσε
ακόμη
μεγαλύτερη
οικονομική
συγκέντρωση
από την τωρινή.
Επιπροσθέτως,
η
εφαρμογή του
κριτηρίου της
δεσπόζουσας
θέσης αφορά
στους
οικονομικούς
παράγοντες
έναν προς έναν
και όχι στο
επικοινωνιακό
σύστημα στο
σύνολό του
που,
όπως είδαμε,
λειτουργεί
στη βάση
αλληλεπιδράσεων
και
εφαπτόμενων
συμφερόντων.
Όμως
ο κίνδυνος
για τη
δημοκρατία
δεν
προέρχεται από
την ανάδειξη
ενός πανταχού
παρόντος
Μεγάλου
Αδελφού ο
οποίος και
θα
χειραγωγεί
ηθελημένα τα
μέσα
ενημέρωσης
που
ελέγχει, με
στόχο τη
συνεχή
παραπλάνηση
της κοινής
γνώμης. Ο
κίνδυνος
προέρχεται από
την σύσταση
και
λειτουργία
ενός
κλειστού
επικοινωνιακού
συστήματος
το οποίο
αποτελείται
από ένα μικρό
αριθμό
χρηματιστικών
πόλων οι
οποίοι και
λειτουργούν
με τα ίδια
ανταγωνιστικά
κριτήρια
άμεσης
αποδοτικότητας
και υψηλής
κερδοφορίας,
αποκλείοντας
ταυτόχρονα από
την δημόσια
σφαίρα κάθε μη
επικερδή
έκφραση. Αυτό
όμως το
διακύβευμα,
το οποίο και
θα έπρεπε να
βρίσκεται
στο κέντρο
κάθε σκέψης
σχετικής με
την
επικοινωνιακή
συγκέντρωση,
απουσιάζει
παντελώς από
τις παραπάνω
προτάσεις.
Το
δεύτερο
επιχείρημα
αφορά την
εναρμόνιση
του
ελληνικού
νομοθετικού
πλαισίου με
τις
επικρατούσες
απόψεις στις
κύριες
ευρωπαϊκές
χώρες[19].
Η
αποδοχή αυτή
θεωρεί ως
δεδομένο το
γεγονός ότι τα
μέσα
ενημέρωσης
και κατά
συνέπεια η
δημόσια σφαίρα
λειτουργούν
με καλύτερο
και πιο
ευεργετικό
για το
κοινό
συμφέρον τρόπο
στις χώρες
αυτές. Η
πραγματικότητα
όμως είναι
διαφορετική.
Στο σύνολο
των δυτικών
χωρών ο
προβληματισμός
για την διαρκή
υποταγή της
δημόσιας
σφαίρας στα
κριτήρια της
αγοράς είναι
μεγάλος.
Απόδειξη
αποτελεί η
εκτενής
επιστημονική
βιβλιογραφία
πάνω στο ζήτημα
της οποίας ένα
μικρό τμήμα
αναφέραμε στο
παρόν άρθρο. Με
κύριο
παράδειγμα
προς αποφυγή
την περίπτωση Berlusconi
στην Ιταλία, τα
καθεστηκυία
μέσα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης αλλά
και των
Ηνωμένων
Πολιτειών
είναι
αντικείμενο
συνεχούς
κριτικής για
την
ανεπάρκεια
τους να
εκφράσουν
τις
κοινωνικές
ανησυχίες
με
ικανοποιητικό
τρόπο. Αυτό
συμβαίνει
λόγω της
συγκέντρωσης
της δημόσιας
πολιτικής
έκφρασης στα
χέρια
λιγοστών
οικονομικών
παραγόντων
που
χαρακτηρίζονται
από
κερδοσκοπικές
τάσεις. Δεν
είναι τυχαίο
ότι το
Γαλλικό
Παρατηρητήριο
των Μέσων
κατέθεσε
πρόσφατα
πρόταση για την
υιοθέτηση
ασυμβίβαστου
μεταξύ της
ιδιοκτησίας
μέσων
ενημέρωσης
και
εταιρείας
που
αναλαμβάνει
δημόσια έργα[20].
Κατά τον ίδιο
τρόπο,
οργανώσεις
δημοσιογράφων
αλλά και
εξέχοντες
πανεπιστημιακοί
από τις χώρες
της
ανατολικής
Ευρώπης
καταγγέλλουν
τον
ολοκληρωτικό
έλεγχο της
τοπικής
τηλεόρασης
και του
τύπου από ένα
μικρό αριθμό
πολυεθνικών
μετά από την
απελευθέρωση
της αγοράς
στη δεκαετία
του ‘90[21].
Συμπεραίνουμε
έτσι ότι η
εναρμόνιση
του
ελληνικού
θεσμικού
πλαισίου με
αυτό των
άλλων
ευρωπαϊκών
χωρών, στην πιο
συντηρητική
του εκδοχή,
δεν
αποτελεί
πανάκεια
για τη λύση
προβλημάτων τα
οποία είναι
οξεία και
στις χώρες
αυτές.
Τέλος,
το τρίτο
επιχείρημα
αφορά την
εξέλιξη της
τεχνολογίας.
Όντως στα
επόμενα χρόνια
η
σπανιότητα των
ερτζιανών
ραδιοτηλεοπτικών
κυμάτων θα
αντικατασταθεί
από την
σχετική
πληθώρα των
ψηφιακών
καναλιών λόγω
της
σταδιακής
ανάπτυξης της
επίγειας,
δορυφορικής
και
καλωδιακής
ψηφιακής
τηλεόρασης
αλλά και τη
λήψη
εικόνας μέσω
διαδικτυακής
σύνδεσης
υψηλής
ταχύτητας (ADSL
και κινητή
τηλεφωνία
τρίτης
γενιάς). Όπως
έχει γίνει ήδη
από τη
δεκαετία
του ’90 σε
παγκόσμιο
επίπεδο, το
τεχνολογικό
επιχείρημα
χρησιμοποιείται
και εδώ ως
δικαιολόγηση
της
απορρύθμισης
της
επικοινωνιακής
αγοράς. Στην
συγκεκριμένη
περίπτωση το
αποτέλεσμα
μιας
τέτοιας
πολιτικής,
όπως αυτή
εκφράζεται
από τις
κυβερνητικές
προτάσεις, θα
ήταν
η αναπαραγωγή
της
επικρατούσας
κατάστασης
και στις νέες
συχνότητες
που θα είναι
σύντομα
διαθέσιμες.
Κι
όμως, οι
ψηφιακοί
δίαυλοι
αποτελούν μία
ιστορική
ευκαιρία
εξισορρόπησης
του
επικοινωνιακού
συστήματος
προς όφελος
του
κοινωνικού
συνόλου. Για
να
επιτευχθεί
όμως ο στόχος
αυτός πρέπει
να
επαναπροσδιορισθούν
τα μέσα
ενημέρωσης ως
κοινωνικά
αγαθά και όχι
μόνο ως φορέας
αγοραίων
συνδιαλλαγών.
Θα πρέπει,
λοιπόν, στο
μέλλον οι
πολίτες να
διεκδικήσουν
τους νέους
δίαυλους
επικοινωνίας
και η
Πολιτεία να
ικανοποιήσει
τις
διεκδικήσεις
αυτές ώστε να
αναγνωρίσει
και
έμπρακτα το
συνταγματικά
κατοχυρωμένο
δικαίωμα
ελεύθερης
μαζικής
έκφρασης που
αποτελεί
και τη βάση
του
δημοκρατικού
πολιτεύματος.
Αυτό μπορεί να
γίνει μόνο
μέσα από τη
διατήρηση
αυστηρών
περιορισμών
σε ότι αφορά
όλες τις
μορφές
οικονομικής
συγκέντρωσης
στο χώρο της
ενημέρωσης
σε
συνδυασμό με
την
ενδυνάμωση
των μέσων
ελέγχου
τήρησης των
περιορισμών
αυτών.
Βιβλιογραφία
ALBARRAN
Alan B. and DIMMICK John, « Economies of multiformity and concentration in the communication
industries », Journal of Media Economics
9, 41-49, 1996.
BAGDIDGIAN
Ben H., The Media Monopoly, 4th
edition, Beacon Press, Boston, 2004.
BARNOW
Erik and alii, Conglomerates and the
Media, The New Press,
BOURDIEU Pierre,
Sur la télévision, Liber, Paris,
1996.
DUVAL Julien, Critique de la raison journalistique,
Seuil, Paris, 2004.
HABERMAS
Jürgen, The structural Transformation of
the Public Sphere: An Inquiry into a Category of Bourgeois Society, Polity,
ΛΕΑΝΔΡΟΣ Νίκος, Πολιτική
οικονομία
των ΜΜΕ. Η
αναδιάρθρωση
της
βιομηχανίας
των μέσων
στην εποχή της
πληροφοριακής
επανάστασης, Καστανιώτης, Αθήνα, 2000.
ΛΕΑΝΔΡΟΣ Νίκος και ΤΣΟΥΡΒΑΚΑΣ Γιώργος,
« Intensive competition and company failures in subscription television :
Some European experiences », 6th World Media Economics Conferences,
HEC Montréal, Canada, Μάιος 2004.
ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Μαρία, «
Θεσμικό
πλαίσιο
λειτουργίας
των
οπτικοακουστικών
μέσων στην
Ελλάδα » στο Οπτικοακουστικός
τομέας στην
Ελλάδα,
Ινστιτούτο
Οπτικοακουστικών
Μέσων, Αθήνα, 2003.
MIEGE Bernard et
alii, La concentration dans les
industries du contenu, Réseaux
Vol 23-No 131/2005.
OFM
(Observatoire Français des Médias), Sur
la concentration des médias, Ouvrage collectif, Editions Liris, Paris, 2005.
[1]
Ο ακριβής
κύκλος
εργασιών των
τεσσάρων
πρώτων
ιδιωτικών
καναλιών το 2007
στην Ελλάδα
έχει ως εξής: MEGA 283.370.000 ευρώ (30,1%), ANT1 216.480.000 ευρώ (22,99%), STAR 153.780.000 ευρώ (16,32%), ALPHA
141.640.000 ευρώ (15,03%). Πηγή:
Διαφημιστική
δαπάνη
μέσων και
φορέων από 01/01/07 έως
31/12/07. Πηγή: Media Services S.A.
[2] Πηγή: AGB Hellas.
[3]Στην
Ελλάδα
λειτουργούν
151 νόμιμοι
τηλεοπτικοί
σταθμοί
εθνικής,
περιφερειακής
και τοπικής
εμβέλειας.
Τα κανάλια
που
διαθέτουν
άδεια
εθνικής
εμβέλειας
το 2008 είναι τα
εξής : ΑΝΤ1, MEGA, ALPHA, STAR, ALTER, ΣΚΑΪ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV, 902 TV, ΕΤ1, ΝΕΤ, ΕΤ3. Πηγή: Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο.
[4] Πηγή: EuroData TV Worldwide, « One TV year in the World »
2004.
[5] Πηγή: European Audiovisual Observatory, 2004 Yearbook.
[6]
Οι
πληροφορίες
σχετικά με
τον κύκλο
εργασιών
και τη
μετοχική
σύνθεση των εν
λόγω
συγκροτημάτων
αντλήθηκαν
κυρίως από την
βάση
δεδομένων Amadeus <http://amadeus.bvdep.com>
και
συμπληρώθηκαν
με στοιχεία
από τα ετήσια
δελτία
και τους
απολογισμούς
χρήσεων όπου
αυτά ήταν
προσβάσιμα.
Οι μετοχικές
συνθέσεις
των καναλιών
είναι αυτές
που δόθηκαν
στη
δημοσιότητα
από το ΕΡΣ το 2007.
Τα
στοιχεία
που αφορούν
την
κυκλοφορία
των διαφόρων
εντύπων
προέρχονται
από την
Ένωση
Ιδιοκτητών
Ημερήσιων
Εφημερίδων
Αθηνών,
στοιχεία
κυκλοφορίας
2007 εκτός
κυριακάτικων
φύλλων.
[7]
Σύμφωνα με
έρευνα που
πραγματοποιήθηκε
το 2002
για
λογαριασμό
του
Ευρωπαϊκού
Δικτύου
Ελληνίδων
Δημοσιογράφων,
οι
επαγγελματίες
δημοσιογράφοι
που
ερωτήθηκαν
θεωρούν σε
ποσοστό 79,7% ότι
δέχονται
παρεμβάσεις
κατά την άσκηση
του
επαγγέλματος
τους και σε
ποσοστό 83,8% ότι η
ιδιοκτησία
των
μέσων από
επιχειρηματίες
που
δραστηριοποιούνται
σε
διάφορους
τομείς της
οικονομίας
τους
εμποδίζει
στο να θίγουν
μια σειρά από
θέματα. Πηγή : V-PRC,
Φεβρουάριος
2002.
Παράλληλα,
σύμφωνα με
άλλη έρευνα
της ίδιας
εταιρείας,
το 74% των
Ελλήνων
τηλεθεατών
που
ερωτήθηκαν
θεωρεί ότι η
ιδιωτική
τηλεόραση
εξυπηρετεί
κυρίως τα
επιχειρηματικά
συμφέροντα
των
ιδιοκτητών
των καναλιών.
Πηγή: V-PRC,
Κυριακάτικη
Ελευθεροτυπία,
29 Οκτωβρίου 2005.
[8]
Σύνταγμα της
Ελλάδας,
Άρθρο 15,
παράγραφος 2.
[9] Σύνταγμα της Ελλάδας, ό.π.
[10]
Δημήτρης Κ.
Ψυχογιός, «Ο
μύθος και η
αλήθεια
για τα
διαπλεκόμενα
», Το Βήμα, 4
Φεβρουαρίου
2001.
[11]
Σύνταγμα της
Ελλάδας,
άρθρο 14,
παράγραφος 9.
[12]
Από τα 151
ιδιωτικά
κανάλια που
λειτουργούν
στην χώρα μόνο
τα 11 έχουν νόμιμη
άδεια από την
περίοδο 1993-1994. Τα
υπόλοιπα
λειτουργούν
στη βάση
αιτήσεων για
χορήγηση
αδείας οι
οποίες δεν
έχουν ακόμα
εξεταστεί
στις αρχές
του 2008. Τα
προβλήματα
αφορούν
επίσης τις
μετοχικές
συνθέσεις,
τα πάρκα
κεραιών, τις
ανεκτέλεστες
αποφάσεις
διακοπής
λειτουργίας
καθώς και
μεγάλο αριθμό
παρανόμων
καναλιών.
[13] Ο πρώην Επίτροπος Frits Bolkestein
θεωρείται από
τους
πλέον
αδιάλλακτους
αντιπρόσωπους
του
νεοφιλελεύθερου
οικονομικού
δόγματος. Η
πρόταση
οδηγίας που
κατέθεσε
περί
απελευθέρωσης
της αγοράς
των υπηρεσιών
στην
Ευρώπη,
συγκεκριμένα
η αρχή
εφαρμογής
του
εργατικού
δικαίου της
χώρας
προέλευσης
του
εργατικού
δυναμικού,
θεωρήθηκε από
τους
πολιτικούς
παρατηρητές
ως ένας από
του κύριους
λόγους
απόρριψης του
Ευρωπαϊκού
Συντάγματος
στο γαλλικό
δημοψήφισμα
του 2005. Βλέπε: « Retour sur un euroscepticisme à la française », Le Monde, 28 Σεπτεμβρίου 2005.
[14]
Πηγή:
Ανακοίνωση
του Θόδωρου
Αγγελόπουλου
προς
το Αθηναϊκό
Πρακτορείο
Ειδήσεων, 18
Ιανουαρίου
2005.
[15] Το Βήμα, 23 Μαρτίου 2005.
[16]
Βλέπε:
Ευρωπαϊκή
Οδηγία
«Τηλεόραση
χωρίς
σύνορα», 30
Ιουνίου 1997
και Λευκή
Βίβλο για τις
υπηρεσίες
δημοσίου
συμφέροντος,
2004.
[17]
Η κυβέρνηση
προτείνει την
κατάργηση
του
περιορισμού
που αφορά
στην οριζόντια
ιδιοκτησία
ενημερωτικού
ραδιοφωνικού
σταθμού,
τηλεοπτικού
καναλιού και
ημερήσιας
πολιτικής
εφημερίδας
όπως και τη
συμμετοχή σε
περισσότερες
από μία
ραδιοφωνικές
και
τηλεοπτικές
επιχειρήσεις
ενημερωτικού
περιεχομένου.
Για
περισσότερες
πληροφορίες
βλέπε <www.dialogos.gov.gr>.
[18] Ομιλία του Θόδωρου Ρουσόπουλου στην έναρξη του δημόσιου διαλόγου για τη ρύθμιση του τοπίου των ΜΜΕ, 21 Δεκεμβρίου 2005.
[19]
Η πρόταση αυτή
της
κυβέρνησης
βασίζεται σε
μία
διεξοδική
έρευνα
αναφορικά μe
το θεσμικό
πλαίσιο
λειτουργίας
των μέσων στις 25
χώρες μέλη της
ΕΕ που
δημοσιεύθηκε
από το Ινστιτούτο
Οπτικοακουστικών
Μέσων τον
Ιούνιο
του 2005. Έρευνα
προσβάσιμη
στη
διεύθυνση <www.iom.gr>.
[20]Το
Γαλλικό
Παρατηρητήριο
των Μέσων (OFM)
είναι μη
κερδοσκοπική
οργάνωση που
αποτελείται
από
δημοσιογράφους,
πανεπιστημιακούς
αλλά και
απλούς
πολίτες και
στοχεύει
στην
εποικοδομητική
κριτική των
ΜΜΕ και την
ανάδειξη του
κοινωνικού
προβληματισμού
γύρω από τα
θέματα της
μαζικής
επικοινωνίας.
Βλέπε:
<www.observatoire-medias.info>.
[21]Βλέπε: Janvost-The
Public, Vol.6, Number 2, 1999, « Media Ownership and Control in
East-central Europe » και European Federation
of Journalists, Eastern Empires, Foreign
Ownership in Central and Eastern European Media, Brussels, Ιούνιος 2003.